Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΤΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ ΣΕ -ΑΤΟΣ


Η διαμόρφωση των διάφορων Ελληνικών επωνύμων αποτελεί μια σύνθετη ιστορία. Ενώ δεν είναι κοινή και ενιαία, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί σε κάθε περίπτωση αναδεικνύει τις κοινωνικές και πολιτισμικές συγκυρίες μέσα από τις οποίες αποκρυσταλλώθηκε.
Σε όλους είναι γνωστά τα Κεφαλλονίτικα επώνυμα με την κατάληξη σε –ατος. Υπάρχει μάλιστα σε πολλούς η εσφαλμένη εντύπωση ότι όλα τα Επώνυμα που προέρχονται από την Κεφαλονιά έχουν αυτή την κατάληξη. Η αλήθεια είναι ότι ένα σημαντικό μέρος τους είναι τέτοιας μορφολογίας, αλλά ίσως ούτε καν τα μισά.
Σε καταμέτρηση του 1883, από τους 23.737 εκλογείς της Κεφαλονιάς, τα 7.391 επώνυμα καταλήγουν σε –ατος. Βέβαια η παραπάνω αναφορά μόνο ως ενδεικτική μπορεί να εκληφθεί.

Η κατάληξη –άτος είναι λατινογενείς. Προέρχεται από την λατινική κατάληξη -atus. Προστιθέμενη σε ένα ρήμα εκφράζει παθητική μετοχή. Μάλιστα στην ονομαστική έχει ως εξής: -atus (αρσενικό), ata (θηλυκό), atum(ουδέτερο), αναφέρω και τον πληθυντικό -ata(ουδέτερο).
Προστιθέμενο σε ουσιαστικό ή επίθετο δηλώνει μια παθητική ιδιότητα, κατάσταση, κ.τλ Στον πληθυντικό της ίδιας κατάληξης μπορεί να αποδοθεί και η κατάληξη –ατα, πολλών τοπωνυμιών του νησιού. Πέρα όμως από την ετυμολογική ανάλυση, είναι ακόμη σημαντικότερο να εξεταστεί πως ακριβώς διαμορφώθηκε και επικράτησε αυτή η συνήθεια. Τόσο για να διαλευκάνει λανθασμένες εντυπώσεις πχ ότι τα επώνυμα διαμορφώθηκαν από τα τοπωνύμια ή παρερμηνείες της λατινικής επιρροής με την λατινική καταγωγή, όσο και για να εξαχθούν τα ιστορικά και πολιτισμικά δεδομένα.
Mέχρι και τον 18ο αιώνα σπανίως συναντάμε τέτοια επώνυμα. Η συχνότητα εμφάνισης τους είναι τέτοια σε μέγεθος που δεν μπορούν να αναζητηθούν σε αυτήν την περίοδο οι ρίζες αυτής της συνήθειας. Η Σ. Ζαπάντη παραθέτει 34 ονόματα “κοντόσταβλων” τού 16ου αιώνα οπού μόνο ένα λήγει σε -άτος ( Παπαδάτος). Στο βιβλίο του Miklosich Mueller, Acta Diplomata Graeca Medii Aevi Collecta,τ.5, συναντάμε επίσης ελάχιστα κατά το 1262.Γύρω στα μισά του 18ου αιώνα έχουμε την σταδιακά αυξανόμενη χρήση της.
Μάλιστα το συνήθειο της διαμόρφωσης επωνύμων σε –άτος συμβαίνει παράλληλα με την εμφάνιση ενός ακόμη συνήθειου, για την ακρίβεια αποτελεί μέρος του - την χρήση του διπλού επωνύμου. Η Κεφαλλονίτικη χρήση του διπλού επωνύμου αποτελεί και ένα μοναδικό φαινόμενο στην Ελλάδα.
Η διαμόρφωση των επωνύμων με την προσθήκη της κατάληξης –άτος, είναι πατρωνυμική. Το παραγόμενο επώνυμο προκύπτει από κύριο όνομα. Ακολουθεί το κυρίως επώνυμο. Για να γίνει πιο κατανοητό, χρειάζεται η αναφορά ενός παραδείγματος : Γεράσιμος Λοβέρδος Λιβιεράτος.
Το Λοβέρδος είναι το κύριο επώνυμο που καταδεικνύει την οικογένεια που ανήκει το συγκεκριμένο πρόσωπο. Το Λιβιεράτος είναι το δεύτερο επώνυμο που δείχνει τον κλάδο της οικογένειας . Ο κλάδος έχει προκύψει από κάποιον Λιβέρη Λοβέρδο, με την μορφή Λιβέρη + άτος. Η χρήση της λατινικής κατάληξης –atus δώνει αυτή ακριβώς την κατάσταση. Ο κλάδος (η οικογένεια) του Λιβέρη. Αναφορές δημιουργούν την υπόνοια ότι στα πρώτα χρόνια της χρήσης του διπλού επωνύμου το δεύτερο επώνυμο λάμβανε θέση πριν ή μετά το κύριο, ανάλογα με το αν βρισκόταν εν ζωή ο πατριάρχης του νέου αυτού κλάδου.
Κατά τον 19ο αιώνα έχουμε την διαδεδομένη χρήση του διπλού επωνύμου. Σε όλες τις Ληξιαρχικές πράξεις καθώς και σε νοταριανές πράξεις τα πρόσωπα αναγράφονται με το πλήρες επώνυμο τους. Ο προηγούμενος λατινικός τρόπος γραφής στα δημόσια έγγραφα ήταν της μορφής : Γεράσιμος Λοβέρδος ποτέ Λιβέρη και αποτελούσε αυτούσια μεταφορά στα Ελληνικά της Λατινικής γραφής Gerasimo Loverdo quandom Liveri. Η χρήση του διπλού επωνύμου αρχίζει σταδιακά να εξασθενεί με την ενοποίηση της Κεφαλονιάς στην Ελλάδα.
Η χρήση του μονού επωνύμου επιβάλλεται έμμεσα τόσο στο εσωτερικό, όσο και στις διάφορες μεταναστεύσεις. Τότε είναι που στις περισσότερες περιπτώσεις το δεύτερο επώνυμο λαμβάνει τη θέση του πρώτου. Οι λόγοι είναι ευνόητοι μιας και οι δεσμοί είναι πιο άμεσοι με το δεύτερο επώνυμο. Η ερμηνεία της Λατινικής επιρροής στην διαμόρφωση τον Κεφαλλονίτικων επωνύμων είναι προφανής. Η Κεφαλονιά υπήρξε Βενετική κτήση για αιώνες. Κατά τον ίδιο τρόπο έχουμε την διαμόρφωση επωνύμων στην Νότια Ελλάδα με λατινογενείς καταλήξεις σε – pulos. Είναι σαφές ότι αυτή δεν μπορεί να υποδηλώνει Λατινική καταγωγή.
Το ιδιόμορφο αυτό χαρακτηριστικό στα Κεφαλλονίτικα επώνυμα δεν συναντάται σε όλα. Μόνο οι μεγάλες και πολυπληθείς οικογένειες του νησιού το εφάρμοσαν. Σε ελάχιστες περιπτώσεις συναντάμε εξαιρέσεις, όπως στην οικογένεια Μοσχόπουλου, όπου διατηρήθηκε μόνο το αρχικό επώνυμο.
Οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτού του είδους την μορφοποίηση ήταν κυρίως δύο. Η διάκριση των φυσικών προσώπων στις μεγάλες οικογένειες, όπου οι συνωνυμίες ήταν πολλές και η ανάγκη διατήρησης μιας επίσης ευδιάκριτης γενεαλογικής καταγωγής.
Ο δεύτερος λόγος είναι και αυτός που αποδίδει μια ιδιαιτερότητα μοναδική. Η χρήση ενός ενδεικτικού παραδείγματος είναι βοηθητική για να γίνει πιο κατανοητό. Τα πρόσωπα: Σπύρος Γεννατάς Θωμάτος και Σπύρος Γεννατάς Μικελάτος αν διατηρούσαν μόνο το πρώτο επώνυμο δεν θα ήταν ευδιάκριτα, αφού προέρχονται από την ίδια οικογένεια. Με το διπλό επώνυμο επιπλέον, μπορεί να αποφευχθεί και η σύγχυση με τον π.χ Σπύρο Λοβέρδο Μικελάτο. Επίσης ο γενεαλογικός προσδιορισμός είναι σαφής.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις των πολύ μεγάλων οικογενειών του νησιού, υπήρξε και τρίτο επώνυμο. Τότε υπήρχε απώλεια του αρχικού π.χ Αντώνης Λοβέρδος Λιβιεράτος Ραλάτος γινόταν Αντώνης Λιβιεράτος Ραλάτος.
Ο αυστηρός προσδιορισμός της οικογενειακής καταγωγής στην Κεφαλονιά μαρτυράει και την αξία που είχε η οικογένεια και η ιστορία στον τοπικό πολιτισμικό. Μια ερμηνεία τον αιτιών που ευθύνονται για την διαμόρφωση των Κεφαλλονίτικων επωνύμων με βάση τις κοινωνικές συνθήκες θα ήταν εν μέρει ρεαλιστική. Τόσο το φεουδαρχικό σύστημα, όσο και ο Βενετικός αποικισμός εξυπηρετούνταν από αυτήν την ευδιακρισία. Οι κοινωνικές τάξεις, η κληρονομικότητα, η εγγραφή στα μητρώα των υπόχρεων οικογενειών κ.α απλοποιούνταν.
Όμως αυτή δεν αρκεί, αφού αδυνατεί να εξηγήσει γιατί ένα τέτοιο φαινόμενο δεν συνέβει και στις γειτονικές Βενετικές κτήσεις (π.χ Κέρκυρα). Επίσης υποτιμάει το γεγονός ότι ο γεωγραφικός χάρτης της Κεφαλονιάς είναι κορεσμένος με οικισμούς που γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν στην βάση της οικογένειας. Τα τοπωνύμια επιβεβαιώνουν αυτό ακριβώς (π.χ Καλάτα –οικογένεια Καλού, Τυπαλδάτα – οικογένεια Τυπάλδοι, κτλ). Ακόμη και στους οικισμούς όπου υπήρχε η συνύπαρξη περισσότερων οικογενειών, η κάθε οικογένεια διατηρούσε την συνοχή της και την αυτονομία της .
Ο συνοικισμός της ήταν τοπογραφικά διακριτός, οικογενειακοί κτητορικοί ναοί χτίζονταν και η τέλεση των Μυστήρια συνέβαινε αποκλειστικά σε αυτούς, με εφημέριους προερχόμενους από την οικογένεια, κτλ. Ένα επίσης στοιχείο που αποδυναμώνει την αιτιολόγηση του με βάση τις κοινωνικές συνθήκες αποτελεί το γεγονός ότι στην Κεφαλονιά οι επιταγές την μητροπολιτικής Βενετίας ήταν επί της ουσίας ανεκπλήρωτες. Ο Βενετικός τρόπος διοίκησης, κοινωνικής διαμόρφωσης και ιεραρχίας ήταν υποτυπώδης και σκόνταφτε πάντα πάνω στο Κεφαλλονίτικο φιλελευθερισμό. Ενδεικτική είναι η αδυναμία επιβολής του Καθολικισμού ή η αδυναμία διαμόρφωσης της ευγενικής τάξης στα πρότυπα της Βενετικής.
Πέρα όμως από τις πιθανές ερμηνείες των λόγων που οδήγησαν στην μορφοποίηση των επωνύμων σε –άτος και πέρα του ότι δεν εκφράζουν την πλειοψηφία των Κεφαλλονίτικων επωνύμων, αυτό καθ ‘αυτό το γεγονός της ύπαρξής τους είναι σημαντικό.
Η επωνυμιακή κατάληξη σε –άτος δηλώνει ξεκάθαρα Κεφαλλονίτικη καταγωγή. Συνιστά ένα επιπλέον-έστω και υποτυπώδες- στοιχείο της έμφυτης αυτοάμυνας ενός τοπικού πολιτισμού. Η επινόηση και η ιστορική διαμόρφωση του, λειτούργησε προνοητικά.
Σε μια εποχή όπου η τοπική κουλτούρα , τα ήθη και έθιμα, η ίδια η ιστορία θυσιάζονται στο βωμό της εξομοίωσης του νεοελληνικού τρόπου ζωής, τα Κεφαλλονίτικα επώνυμα σε –άτος λειτουργούν ως φορέας της μαρτυρίας του τόπου προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου