Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

ΤΑΞΙΝΟΜΩ ΚΑΙ ΣΥΛΛΕΓΩ


Πώς γεμίζουν τα παλιά δερματόδετα οικογενειακά άλμπουμ. Και γιατί όλοι ταξιδεύουμε πλέον με μια φωτογραφική μηχανή υπό μάλης. Από τότε που εφευρέθηκε η φωτογραφία έχουν περάσει περίπου 170 χρόνια και μπορούμε να πούμε πως ό,τι ορατό επί της Γης έχει φωτογραφηθεί. Ο 20ός αιώνας μαζί με το τελευταίο μισό του 19ου έχει καλυφθεί από αλλεπάλληλες φωτογραφικές λήψεις εξαιτίας της απληστίας του φωτογραφικού ματιού. Το πιο μεγάλο επίτευγμα της φωτογραφίας είναι πως μας δίνει την εντύπωση ότι μπορούμε να χωρέσουμε όλον τον κόσμο στο κεφάλι μας ­ σαν μια ανθολογία εικόνων. Εκατομμύρια φωτογραφίες με πολυποίκιλα θέματα, τόπους, πρόσωπα, καταστάσεις, βιομηχανικές και αρχιτεκτονικές αναπαραστάσεις, στιγμιότυπα ειδησεογραφίας, εικόνες όλων των ειδών και ποιοτήτων παύουν να υπάρχουν από τη στιγμή που αποσύρεται ο ενδιαφερόμενος θεατής και αυτές τοποθετούνται σε ράφια, παραδινόμενες στη λήθη του χρόνου.
«Συλλέγοντας φωτογραφίες συλλέγεις τον κόσμο» υποστηρίζει η Σούζαν Σόνταγκ. Αυτή η διαπίστωση είναι πράγματι σημαντική, γιατί η φωτογραφία ως συλλεκτικό αντικείμενο­ ως νεκρή εικόνα ­ μπορεί να βρεθεί στην κρίση οποιασδήποτε ζωντανής φαντασίας. Η φωτογραφία είναι άλλωστε ένα από τα πλέον πρόσφορα αρχειακά είδη και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους μελετητές ως μια πιο αντικειμενική και περιεκτική πηγή πληροφοριών, γιατί έχει τη δύναμη να αποδεικνύει την εγκυρότητα ορισμένων γεγονότων ή καταστάσεων και να φωτίζει ιστορικές στιγμές ­ ως τεκμήρια ­ της εθνικής μνήμης.
«Δεν μπορείς να ισχυριστείς πως κάτι το έχεις δει στ’ αλήθεια, αν δεν το δεις φωτογραφημένο» είχε πει ο Ζολά. Οι λεπτομέρειες που μπορεί κανείς να διαβάσει αποτυπωμένες στη φωτογραφία δεν έχουν καμία σχέση με αυτές που ο θεατής αντιλαμβάνεται, έστω και αν έχει ζήσει το γεγονός πραγματικά.
Αυτή η αμεσότητα της δράσης του «παγωμένου» από τον φωτογραφικό φακό στιγμιότυπου μας επιτρέπει να δούμε εκ των υστέρων πράγματα και να μελετήσουμε εξονυχιστικά αυτά που στο παρόν περνούν απαρατήρητα, είτε γιατί η φυσιολογική όραση αδυνατεί να συλλάβει είτε γιατί πρόκειται για μια άλλου είδους πραγματικότητα που μας ξεφεύγει.
«Το να καταλάβει κανείς μια φωτογραφία δεν είναι απλό πράγμα. Οι φωτογραφίες είναι κείμενα τα οποία περιγράφονται με όρους, αυτό που εμείς μπορούμε να ονομάσουμε «φωτογραφικό λόγο». Αλλά αυτός ο λόγος, όπως κάθε άλλος λόγος, περιλαμβάνει διαπιστώσεις πέρα από τον εαυτό του. Το φωτογραφικό κείμενο είναι ένας τόπος αποτελούμενος από πολυσύνθετη δομή κειμένου, μια σειρά από προηγούμενα κείμενα που επικαλύπτουν το ένα το άλλο και τα οποία λαμβάνονται ως δεδομένα σε μια συγκεκριμένη πολιτισμική και ιστορική συνύπαρξη» γράφει ο Βίκτορ Μπέργκιν, ένας από τους εγκυρότερους θεωρητικούς της φωτογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.
Καθώς οι ιστορικές αλλαγές επιταχύνονται, το ίδιο το παρελθόν μπορεί να πάρει νέες μορφές μέσα στον χρόνο και να παρουσιάζεται με μια διαδοχική σειρά εικόνων, σαν κινηματογραφική ταινία που σου επιτρέπει να βλέπεις με άλλο πρίσμα μια πραγματικότητα που έχει χαθεί, γεγονότα καταγραφής ενός κόσμου ικανού να ζωντανεύει μνήμες, να ανακαλεί βιώματα και να ενθυμίζει μια σειρά συμβάντων που αντιστέκονται στον κυριότερο εχθρό του είδους, στον χρόνο. Γιατί όσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε από αυτόν τόσο η φωτογραφική εικόνα μάς κρατάει σε ανοιχτή γραμμή με το παρελθόν και αποκτάει μεγαλύτερη αξία για μας.
Η ΣΤΙΓΜΗ ΩΣ ΦΕΤΙΧ
«Να δεις μια καινούργια ομορφιά σε αυτό που χάνεται» είχε πει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν.
Υπάρχουν διαφορετικά είδη αρχείων σε δημόσιες βιβλιοθήκες, σε μουσεία, σε εμπορικές ή ιστορικές συλλογές. Τα ανακαλύπτουμε σε οικογενειακά άλμπουμ ή σε ιδιωτικές συλλογές. Εικόνες από εντελώς διαφορετικές πηγές, φωτογραφίες που ενδεχομένως έχουν τραβηχτεί για διαφορετικούς και πολλές φορές ανταγωνιστικούς σκοπούς τοποθετούνται πλάι πλάι και ταξινομούνται ομοιογενώς.
Η ομοιογένειά τους καθορίζεται από τις αρχές, «τη φιλοσοφία» της ταξινόμησης και της οργάνωσης με την οποία το κάθε αρχείο έχει κτιστεί.
Η μέθοδος που ακολουθεί ο κάθε συλλέκτης για το αρχείο του αντανακλά τον κόσμο των αξιών του, τη σημασία που έχουν για τον ίδιο οι εξωτερικές συνθήκες. «Η βαθύτερη επιθυμία του είναι να ανανεώσει τον παλιό κόσμο, όταν παρακινείται να αγοράσει καινούργια πράγματα» έγραφε ο Μπένγιαμιν. Ο συλλέκτης ζωογονείται από ένα έντονο πάθος που είναι συνδεδεμένο με την αίσθηση της ανακάλυψης και της επικοινωνίας με το παρελθόν.
Η ικανοποίησή του απορρέει από τη λαχτάρα της επέκτασης και της ολοκλήρωσης της συλλογής του. Μέσα από τη διαδικασία απόκτησης, συσσώρευσης, και αποθήκευσης του υλικού του, προκύπτει ένα είδος βαθιάς και ανεκτίμητης γνώσης, μια αποκαλυπτική ενδοσκόπηση της ιστορικής και κοινωνικής ζωής.
Η συλλεκτική μανία και η απληστία του που «δεν μπορεί να πει όχι», όταν βρεθεί μπροστά σε ένα πακέτο με παλιές φωτογραφίες, έχει να κάνει τόσο με την αξία ή τη σπανιότητα των εικόνων όσο και με την ειδική σχέση που τον συνδέει με τα αντικείμενα καθαυτά.
Κάθε συλλογή περιλαμβάνει ένα ψηφιδωτό πανόραμα ζωής έτσι όπως έχει αποτυπωθεί από ανώνυμους ή επώνυμους φωτογράφους, σαν μια διάθεση τεκμηρίωσης σκηνών που συνέβησαν, μετατρέποντας την εμπειρία σε ενθύμιο. Η φωτογραφική πραγματικότητα αποκτά έναν νοσταλγικό χαρακτήρα, υπενθύμιση χαράς ή λύπης που έχει κιόλας πετάξει με τα φτερά του χρόνου.
Ανάμεσα στα όρια των αρχείων έχει κανείς τη δυνατότητα να παρατηρεί τον υπαρκτό κόσμο, να αντιλαμβάνεται με ποιο τρόπο ο πολιτισμός μεταδίδεται μέσα από τις φωτογραφίες και να ενσωματώνει την εμπειρική αλήθεια που παίζει αποφασιστικό ρόλο τόσο στη ματιά όσο και στη σκέψη.
Οι εικόνες εξατομικεύονται, απομονωμένες με έναν τρόπο, για να βρεθούνε και πάλι μαζί ομογενοποιημένες, για να ερμηνεύσουν το ποικιλόχρωμο θέαμα του κόσμου σε μια επιφάνεια πάντα ίδια, πάντα διαφορετική, όπως η άμμος στην έρημο που αλλάζει σχήματα από τον άνεμο.
Από τότε που ο χειρισμός της φωτογραφικής μηχανής έχει εξαιρετικά απλοποιηθεί, για τον καθένα φαντάζει κατηγορηματικά αφύσικο να ταξιδεύει χωρίς μια μηχανή υπό μάλης. Ετσι η φωτογραφία γίνεται ένα πολύ σημαντικό συστατικό της ταξιδιωτικής εμπειρίας, γιατί επιτρέπει την καταγραφή τόπων που κάποιος επισκέπτεται και εγκλωβίζει για πάντα χώρους οικείους, που η μνήμη θα αδυνατούσε να συγκρατήσει και να συντηρήσει. Φωτογραφίες από φημισμένα μέρη, θεόρατα μνημεία, ξακουστές πόλεις, φωτογενείς πόζες, χρησιμοποιούνται ως τεκμήρια σκηνών που συνέβησαν μακριά από το βλέμμα της οικογένειας, των φίλων, των γνωστών. Οι φωτογραφίες προσφέρουν αδιαφιλονίκητες αποδείξεις ότι το ταξίδι έγινε πραγματικά. Ισως αυτός να είναι και ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι ταξιδεύουν περισσότερο.
Αυτή η ανάγκη που έχει ο άνθρωπος μαζί με την τάση του να απομνημονεύει στιγμές της καθημερινότητάς του συμβάλλει ώστε κάθε οικογένεια, κάθε πρόσωπο, να διατηρεί το δικό του πλούσιο φωτογραφικό παρελθόν.
Μέσα από οικογενειακές ή αναμνηστικές φωτογραφίες, τοποθετημένες τρυφερά σε δερματόδετα άλμπουμ, κάθε οικογένεια κατασκευάζει ένα πορτρέτο του εαυτού της, μια συλλογή εικόνων μάρτυρα της συνέχειάς της. Ανακαλύπτει ξανά τους τρόπους με τους οποίους πόζαραν οι παππούδες της, τις συμβατικές τους στάσεις, ξαναβρίσκει την κοινωνική σημασία τους, τα ήθη, τα έθιμα, την κουλτούρα τους. Μια φωτογραφία από επίσημη ή γαμήλια ή σχολική τελετή δείχνει καθαρά τη σοβαρή ή σημαντική πλευρά του κάθε ρόλου ή του κάθε θεσμού, όπως και το οποιοδήποτε ψεύτικο, αυταρχικό, ιεραρχικό στοιχείο του.
Οι φωτογραφίες σαν στοιχειωμένα ίχνη προσφέρουν την απόδειξη παρουσίας συγγενών που έχουν διασκορπιστεί και που κάποιος «κάτι είχε ακούσει γι’ αυτούς». Το οικογενειακό φωτογραφικό άλμπουμ απεικονίζει την ευρύτερη οικογένεια και ό,τι συχνά έχει απομένει από αυτή. Αυτό το υλικό που συσσωρεύεται στις διάφορες οικογενειακές συλλογές είναι μία από τις βασικές πηγές τροφοδότησης των αρχείων.
Βεβαίως ο τρόπος διαχείρισης και χρησιμοποίησης ενός αρχείου έγκειται στον ίδιο τον μελετητή, ο οποίος έχει την ευκαιρία να ανιχνεύει ένα πολυδύναμο οπτικό υλικό, να αποκρυπτογραφεί την πολυπλοκότητα και τον πακτωλό των πληροφοριών που του προσφέρει, να εντοπίζει όσο το δυνατόν περισσότερα πραγματολογικά στοιχεία, να ανακαλύπτει τις πιθανές σχέσεις του υλικού τού αρχείου με τα γενικότερα φωτογραφικά ρεύματα και τέλος να επισημαίνει βασικές στάσεις που συνειδητά ή ασυνείδητα ενυπάρχουν στους διάφορους φωτογράφους, οι οποίοι επηρεάζουν με τη φωτογραφική ετοιμότητά τους τη διαμόρφωση των εικόνων.
Αυτή η ελευθερία εξερεύνησης που παρέχεται από ένα αρχείο μπορεί να καταλήξει δεσμευτική για τον ερευνητή και να τον οδηγήσει σε μια σειρά από εγκλωβισμούς, παγιδεύσεις και χάσιμο του βαθύτερου νοήματός του. Γιατί μια εξερεύνηση σε ένα αρχείο χρειάζεται ακρίβεια στην προσέγγιση, σχολαστική προσοχή και πάνω από όλα να γνωρίζει ο ερευνητής τι είναι αυτό που θέλει να ανακαλύψει και πού θα το χρησιμοποιήσει.
Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τη μεγάλη αξία της ύπαρξης φωτογραφικών αρχείων που να πληρούν τους όρους μιας σωστής οργάνωσης και συντήρησης, αλλά πάνω από όλα να παρέχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε κάθε ενδιαφερόμενο ιστορικό, ερευνητή, φιλότεχνο, σε κάθε φωτογράφο. Γιατί ακόμη και αν η δημιουργία ενός καθαρά προσωπικού αρχείου σημαίνει για τον ιδρυτή του μεγάλες θυσίες σε κόπο, χρόνο και χρήμα, ο τελικός σκοπός της ύπαρξής του ικανοποιείται πλήρως, όταν αυτό θα γίνει γνωστό σε ένα ευρύτερο κοινό.
Ένα κείμενο της ερευνήτριας φωτογραφικών αρχείων Δρ Νίνας Κασσιανού που όσα χρόνια  και να περάσουν παραμένει επίκαιρο!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου