Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΟΡΑΣ: ΈΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ


 της ΤΖΕΜΑΣ ΔΕΣΥΛΛΑ*.
Γεράσιμος Μαρκοράς.. Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Κέρκυρας, της Επτανησιακής Σχολής, των τεχνών και των γραμμάτων.. Ο ποιητής του περίφημου «Όρκου», ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και ένας από τους ανθρώπους τους οποίους αγωνίστηκαν όσο λίγοι ώστε τα Επτάνησα να ενωθούν με την Ελλάδα. Ένας άνθρωπος εσωστρεφής και πολύ μετριόφρων, μα ταυτόχρονα, διέθετε δυναμική πένα και συναρπαστικό λόγο. Η ποίησή του σημάδεψε ανεξίτηλα την πορεία της Επτανησιακής Σχολής ειδικότερα και της Νεοελληνικής ποίησης γενικότερα. Συνήθιζε να περνά τα απογεύματά του στα καφενεία του Λιστόν μαζί με τους φίλους του-τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της εποχής όπως ήταν ο Μαβίλης και ο Πολυλάς- ενώ λάτρευε τις βόλτες με την άμαξα στο Αχίλλειο και το Κανόνι.. Δεν περπατούσε και τόσο συχνά καθώς μία ενοχλητική κήλη που είχε τον ταλαιπωρούσε συχνά, εμποδίζοντάς τον να διανύει μεγάλες αποστάσεις πεζός. Η μαγευτική όμως κερκυραϊκή φύση τον γοήτευε βαθιά χωρίς ποτέ να κρύψει την αγάπη του για το καταπράσινο νησί των Φαιάκων. Το πολυπολιτισμικό σκηνικό της Κέρκυρας εκείνη την εποχή διαμόρφωσε με τον καλύτερο τρόπο την προσωπικότητα του Γεράσιμου Μαρκορά. Μεγάλη του αδυναμία, ασφαλώς, ήταν το ωραιότερο και τελειότερο καλλιτεχνικό είδος, η όπερα. Ήταν τακτικός θαμώνας του θεάτρου San Giacomo της Κέρκυρας όπου και παρακολουθούσε τις αγαπημένες του όπερες, ενώ οι συνθέτες Ξύνδας, Λιμπεράλι και Λαμπελέτ ήταν στενοί του φίλοι. Η όψη του ήρεμη και συμπαθητική. Ψηλός, παχουλός, με μία μακριά γενειάδα στο ήρεμο πρόσωπό του.. Ησυχαστήριό του, το σπίτι του στο χωριό Στρογγυλή.. Μέσα από την ποίησή του απελευθέρωνε με το δικό του τρόπο τις σκέψεις, τις ιδέες και τα συναισθήματά του.
Ο Γεράσιμος Μαρκοράς γεννήθηκε στην Κεφαλονιά το 1826. Η οικογένειά του ήταν μία από τις παλαιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Κέρκυρας, ιταλικής καταγωγής. Σύμφωνα με την παράδοση, η οικογένεια έφτασε στον ελλαδικό χώρο στα μέσα του 15ου αιώνα και αρχικά εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Σιγά-σιγά η οικογένεια εξελληνίστηκε πλήρως, αποκτώντας παράλληλα το ορθόδοξο δόγμα. Ο πρώτος Μαρκοράς ο οποίος αναφέρεται, κατείχε το αξίωμα του ιππότη. Αναφέρονται επίσης ο Ιωαννίκιος Μαρκοράς, ο οποίος ήταν μεταφραστής των έργων του Αριστοτέλη, και ασφαλώς, ο πατέρας του Γερασίμου Μαρκορά, Γεώργιος, ο οποίος υπηρετούσε το Ιόνιο Κράτος ως εισαγγελέας. Μητέρα του ήταν Μαρίνα Βλασσοπούλου, επίσης αρχοντικής γενιάς. Είχε επίσης δύο αδέλφια, το Σπύρο Μαρκορά ( οποίος ήταν ο πρωτότοκος και ζούσε ως πρόξενος στο Λονδίνο) και το Στέλιο, το μικρότερο παιδί της οικογένειας, ο οποίος υπηρετούσε από νεαρή ηλικία τις τέχνες και τα γράμματα. Η οικογένεια ήταν επίσης γραμμένη στο περίφημο Libro dOro της Κέρκυρας, διαθέτοντας οικόσημο.
Ο ίδιος ήταν τόσο ταπεινός και μετριόφρων που συνήθιζε να λέει για τον εαυτό του: «Όταν σας ειπώ ότι εγεννήθηκα το 1826 στην Κεφαλωνιά, όπου ο πατέρας μου έμενε σαν εισαγγελέας εφτάμιση χρόνια, ότι εμπήκα στο Κερκυραϊκό Γυμνάσιο σαν ήταν διευθυντής πρώτα ο Οριόλης και μετά ο Κάλβος, ότι τα 1849 επήγα με τον αδελφό μου Σπύρο στην Ιταλία για να σπουδάξω Νομικά, ότι κατόπι από δυο χρόνια ξαναγύρισα στην πατρίδα μας εξ αιτίας όπου απέθανε ο πρωτότοκος αδελφός μου Στυλιανός κι ο πατέρας μου απέμεινε μόνος του, ότι έλαβα εδώ το δίπλωμα, ότι δεν άνοιξα από τότε κανένα νομικό βιβλίο, ότι έγραψα κάπου-κάπου στίχο, είναι όσα ημπορώ να σας γράψω για το άτομό μου. Δεν επιθυμώ να δημοσιέψετε ότι ελάβατε από με τέτοιες ασήμαντες πληροφορίες».
Το 1849 ο Γεράσιμος Μαρκοράς μετέβη στην Ιταλία, και συγκεκριμένα στο Πανεπιστήμιο της Παβίας για να σπουδάσει την επιστήμη της εποχής, τη Νομική. Στο ίδιο Πανεπιστήμιο είχε φοιτήσει λίγα χρόνια πριν και ο μέντοράς του Διονύσιος Σολωμός. Όλοι οι γόνοι των αριστοκρατικών οικογενειών της εποχής στέλνονταν στην Ιταλία για να σπουδάσουν Νομική ή Ιατρική. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ο Μαρκοράς δοκίμαζε δειλά-δειλά να γράφει ορισμένους στίχους άλλοτε στα ελληνικά και άλλοτε στα ιταλικά. Είχε επηρεαστεί ιδιαίτερα από τη γραφή του Αλεσάντρο Μαντσόνι, ο οποίος θεωρείται ο σπουδαιότερος ίσως λογοτέχνης της Ιταλίας. Χαμένος στους λαβύρινθους της ξένης λογοτεχνίας ο νεαρός Μαρκοράς απέκτησε την πρώτη του επαφή με τα γράμματα και την ποίηση. Επίσης, η διατήρηση των επαφών του με τους φίλους του από την Κέρκυρα δημιούργησαν μέσα του ένα κράμα σκέψεων, ιδεολογιών και εμπνεύσεων. Το πολιτικό και καλλιτεχνικό υπόβαθρο που διέθετε η Ιταλία τότε ήταν αρκετό για να επηρεάσει τη σκέψη και τα πολιτικά ερεθίσματα του Μαρκορά. Ο αιφνίδιος όμως θάνατος του αγαπημένου του αδελφού Στέλιου από φυματίωση στις 29 Απριλίου 1851 ανάγκασε το νεαρό Γεράσιμο να επιστρέψει στην Κέρκυρα. Ο θάνατος του νεότατου αδερφού του τον συγκλόνισε βαθιά.. Ο Στέλιος Μαρκοράς ήταν ένας πολλά υποσχόμενος νέος στο χώρο των τεχνών και των γραμμάτων, ο θάνατος όμως δεν τον άφησε να συνεχίσει το πρώιμο αλλά αξιόλογο έργο του. Ο Μαρκοράς θα αργήσει πολύ να ξεπεράσει το χαμό του αδελφού του. Συνέχισε τις σπουδές του στην ακμάζουσα Ιόνιο Ακαδημία, λαμβάνοντας το πτυχίο του στη Νομική (μία επιστήμη όμως την οποία ποτέ δε υπηρετήσει και δε θα αγαπήσει πραγματικά). Είχε την τύχη να έχει καθηγητή τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο, μία εξαιρετικά σημαντική αν και κάπως παρεξηγημένη προσωπικότητα της Επτανησιακής Σχολής. Η αυστηρή όμως επιστήμη της Νομικής τον πνίγει.. Η πραγματική του αγάπη είναι η ποίηση. Εκείνη την εποχή η Κέρκυρα ήταν το κέντρο των τεχνών και των γραμμάτων. Γύρω από την πανέμορφη πλατεία, τη Σπιανάδα, υπήρχαν όλα τα καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής: Η Ιόνιος Ακαδημία (το πρώτο ελληνικό Πανεπιστήμιο, το οποίο έκλεισε τις πύλες του αμέσως μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα), η Αναγνωστική Εταιρεία Κέρκυρας (το πρώτο πνευματικό ίδρυμα της Ελλάδας), η Φιλαρμονική Εταιρεία Κέρκυρας και στη συνέχεια η Φιλαρμονική Εταιρεία Μάντζαρος και πολλά άλλα πνευματικά ιδρύματα χάριζαν στην Κέρκυρα μοναδική μορφωτική αίγλη. Βρισκόμαστε άλλωστε στο ζενίθ της Επτανησιακής Σχολής, της οποίας ο Μαρκοράς αποτελούσε σημαντικότατο εκπρόσωπο. Ας δούμε όμως αναλυτικότερα ποια ήταν η Επτανησιακή Σχολή και ποιο το πολιτικό υπόβαθρο της εποχής.
Η Επτανησιακή Σχολή αναδύθηκε στα νησιά του Ιονίου πολύ νωρίτερα από την εποχή του Σολωμού (ο οποίος θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπός της) και συγκεκριμένα στη Ζάκυνθο, ως απόρροια της έλευσης κρητών προσφύγων στο νησί μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς το 1669. Οι Κρήτες μετέφεραν στα Επτάνησα την αγάπη τους για την τέχνη και τα γράμματα (ας μην ξεχνάμε άλλωστε την προσφορά του κρητικού θεάτρου) ενώ το πνευματικά εύφορο κλίμα της Ζακύνθου δεν άργησε να αφομοιώσει γοργά και λαίμαργα την κουλτούρα και τις ιδέες των ανθρώπων αυτών. Η Ζάκυνθος άλλωστε διέθετε ένα ομοιόμορφο αστικό στοιχείο σε αντίθεση με την αριστοκρατική Κέρκυρα. Παράλληλα, οι ξένες διαδοχικές κατακτήσεις στα Επτάνησα δημιούργησαν ένα ιδιόμορφο περιβάλλον το οποίο δε συναντάται σε καμία άλλη περιοχή του ελλαδικού χώρου. Το ρεύμα αυτό δεν άργησε να μεταφερθεί και στην πρωτεύουσα των Επτανήσων, την Κέρκυρα, όπου και ρίζωσε.
Οι επιρροές αυτές, σε συνδυασμό με τις ριζοσπαστικές ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, της Ιταλικής κουλτούρας αλλά και της Γαλλικής Επανάστασης δημιούργησαν το πρώτο πνευματικό, ελληνικό κίνημα, αυτό της Επτανησιακής Σχολής. Επιπρόσθετα, η δίψα για ένωση με την Ελλάδα, η πίστη στη δημοτική γλώσσα και τα πρώτα επαναστατικά σκιρτήματα στην ηπειρωτική Ελλάδα, ζύμωσαν την ιδεολογία και το χαρακτήρα της Επτανησιακής Σχολής. Η λαχτάρα και ακόρεστη επιθυμία για αποτίναξη του αγγλικού ζυγού από τις πλάτες των Ιονίων Νήσων και η ελπίδα ότι η ένωση θα επέφερε πραγματική ελευθερία στο λαό των Επτανήσων, ωθούσαν τους εκπροσώπους της Σχολής να αποτυπώνουν μέσω της πένας τους φλογερά ποιήματα αλλά και δοκίμια. Ο λαός είχε κουραστεί πλέον από τους κατακτητές, ελπίζοντας πως η ένωση με τους ομοεθνούς τους θα ήταν η πραγματική λύτρωση για αυτούς. Τα έργα των λογοτεχνών φούντωναν τη φλόγα αυτή κάνοντας την ιδέα της ένωσης να φαντάζει κάτι το πραγματικά επαναστατικό.
Ο Μαρκοράς λοιπόν γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα σε αυτόν τον πνευματικό οργασμό. Ήταν επόμενο λοιπόν να δεχτεί τα ερεθίσματα αυτά και να τα καλλιεργήσει περαιτέρω με μεράκι και αγάπη. Το 1852 άρχισε μετά από συμβουλή του Σολωμού τη μετάφραση της Ιλιάδας την οποία όμως εγκατέλειψε όταν είδε το έργο του Πολυλά, το οποίο αναγνώρισε ως ανώτερο. Από το 1853 και μετά ο Μαρκοράς ξεκίνησε να μεταφράζει έργα του Σίλλερ και του Όμηρου. Μέσω της μετάφρασης άλλων έργων αποκτά νέα ερεθίσματα στη λογοτεχνία τα οποία «προετοιμάζουν», θα λέγαμε, το έδαφος για την ποιητική του «έκρηξη» που θα ακολουθήσει. Ο Μαρκοράς έκρυβε ακόμα καλά το ταλέντο του… Διάβαζε πάρα πολύ ενώ ήταν ανοιχτός σε νέες ιδέες. Τα ποιήματά του θα μπορούσαμε να πούμε ότι φέρουν στην επιφάνεια έναν δυναμικό χαρακτήρα τον οποίο ο Μαρκοράς δεν εξωτερίκευε συχνά.
Επηρεασμένος από τη ρευστή πολιτική σκηνή και από την καλλιτεχνική και πνευματική άνθηση της περιόδου, ίδρυσε μαζί με τις εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής τη Φιλολογική Σχολή η οποία υποστήριζε μεταξύ άλλων, ότι ήταν επιτακτική ανάγκη να απαλλαχτεί η ελληνική γλώσσα από τους ξύλινους τύπους της αρχαίας, δίνοντας ώθηση στη δημοτική ως γλώσσα του λαού. Η δύσκαμπτη και ακατανόητη από το λαό αρχαίζουσα έπρεπε να αντικατασταθεί από τη φρέσκια και κατανοητή από όλους δημοτική. Συνοδοιπόροι του στη Σχολή αυτή ήταν οι Ι. Πολυλάς, Ν. Μακρής, Ι. Ρινόπουλος, Κ. Μάνεσης, Ι. Κουαρτάνος και Γ. Καλοσγούρος. Η Σχολή αυτή είχε ως κέντρο της το περίφημο «Καφενείον του Ανανία» στην περιοχή της Γαρίτσας (η ακριβέστερη τοποθεσία μας είναι δυστυχώς άγνωστη). Για να υπερασπιστεί τη χρήση και καθιέρωση της δημοτικής, ο Μαρκοράς έγραψε το σατιρικό ποίημα «Απλή και καθαρεύουσα» (1872). Πίστευε ότι «Η γλώσσα πρέπει να απαλλαγή των τύπων της αρχαίας».
Ο Μαρκοράς λοιπόν γαλουχήθηκε σ’ ένα περιβάλλον πολυπολιτισμικό, δεχόμενος ερεθίσματα από όλες τις προσωπικότητες των τεχνών και των γραμμάτων της εποχής. Αναμφισβήτητα όμως, η μεγαλύτερη επιρροή προερχόταν από το μέντορά του Διονύσιο Σολωμό. Παρ όλα αυτά δεν του έδειξε ποτέ ούτε ένα στίχο από τα πρωτόλειά του.. Φοβόταν, προφανώς, την κριτική του καθώς ο Μαρκοράς ήταν ένας εσωστρεφής και εξαιρετικά χαμηλών τόνων νέος. Ο Σολωμός όμως είχε καταλάβει το ταλέντο του και τον νουθετούσε με προσοχή, προσπαθώντας παράλληλα να τον αποτρέψει από την παγίδα της έπαρσης και της αλαζονείας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί το γεγονός ότι ο Μαρκοράς έγραφε στίχους από μικρό παιδάκι, κάτι το οποίο ήταν απολύτως λογικό αν αναλογιστεί κανείς το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε τις επαφές του πατέρα του με τις προσωπικότητες της εποχής και τις ερασιτεχνικές του απόπειρες στο χώρο της λογοτεχνίας.
Ο Γεώργιος Καλοσγούρος συνήθιζε να λέει για το νησί της Κέρκυρας και τις προσωπικότητές της: «Εκεί, έλεγες ότι στον πρώτο αυτόν σταθμόν της Ελλάδος είχαν συναχθή για να δώσουν ένα λαμπρό προεικόνισμα των ελπίδων του μέλλοντος οι εγκάρδιοι φίλοι της νεανικής ηλικίας του Γεράσιμου Μαρκορά, οι οποίοι με άγιον ενθουσιασμόν και με αφοσίωσιν και λατρείαν έπιναν, ωσάν δροσιάν, τον ήχο του αθάνατου κορυδαλού και εδυνάμωναν καθημερινώς την ψυχήν των με την λατρείαν της αληθείας, της τέχνης και της πατρίδος».
Ώσπου … τα βέλη του θεού Έρωτα χτύπησαν τον νεαρό Μαρκορά. Το 1854 παντρεύτηκε την αρχοντοπούλα Αικατερίνη Δούσμανη, κόρη του Γενικού Γραμματέα Αντωνίου Κόντε Δούσμανη. Μαζί της, απέκτησε ένα αγοράκι, τον Ευστάθιο Μαρκορά, ο οποίος όμως δεν ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του. Προτίμησε να ασχοληθεί με την περιουσία της οικογένειας σαν κτηματίας. Ο Ευστάθιος με τη σειρά του απέκτησε δύο παιδιά, το Γεράσιμο και τη Μαρίνα και στη συνέχεια ακολούθησαν οι δισέγγονες του Γεράσιμου Μαρκορά, Ευσταθία και Αγγελική. Επιστρέφοντας στο Γεράσιμο Μαρκορά, η ευτυχία του δεν κράτησε πολύ. Το 1870 μετά το γάμο τους η νεαρή κοπέλα πέθανε από φυματίωση, αφήνοντας ένα αναπλήρωτο κενό στη ζωή του ποιητή. Έκτοτε ο Μαρκοράς ούτε ξαναπαντρεύτηκε, ούτε συνδέθηκε με άλλη γυναίκα. Προτίμησε να σκεπάσει σιωπηλά τον πόνο και τη θλίψη του…
Ξαφνικά, το 1857 συνέβη κάτι τρομερό το οποίο άλλαξε τη ροή των γεγονότων. Ο δάσκαλος τόσων προσωπικοτήτων, η υπέρτατη μορφή της Επτανησιακής Σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός, άφησε την τελευταία του πνοή την 21η Φεβρουαρίου 1857. Ο θάνατός του βύθισε στο πένθος όλα τα Επτάνησα. Η Ιόνιος Βουλή διέκοψε τις συνεδριάσεις της, ενώ όλοι οι εκπρόσωποι της Επτανησιακής Σχολής διοχέτευσαν τον πόνο και τη θλίψη τους σε εκπληκτικά ποιήματα: Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε το ποίημα «Η δάφνη και το αηδόνι», ο Γεράσιμος Μαρκοράς το «Πρώτο Ψυχοσάββατο», ενώ ο Ιάκωβος Πολυλάς (ο οποίος ήταν και ο στενότερος φίλος του Σολωμού) συνέθεσε τη «Νεκρική Ωδή» και τον επικήδειο λόγο. Στη συνέχεια, ο Μαρκοράς συνεργάστηκε με τον Πολυλά και τον Κουαρτάνο με σκοπό τη συγκέντρωση και δημοσίευση όλου του ποιητικού έργου του Σολωμού, το οποίο εκδόθηκε τελικά από τον Πολυλά το 1859.
Το 1863 ο Μαρκοράς δημοσίευσε το σατιρικό ποίημα «Λέλεκας και Σπαρτσίνης», το οποίο είναι ένας διάλογος μεταξύ του Άγγλου Αρμοστή των Επτανήσων Στορξ (στην αγγλική γλώσσα ο «λέλεκας») και του Προέδρου της Γερουσίας Καρούσου, που στην Κεφαλονιά είχε το sobriquet- Σπαρτσίνης. Το ποίημα αυτό είναι στην ουσία μία πολιτική σάτιρα κατά των Άγγλων και του συντηρητικού τρόπου διοίκησης των Επτανήσων. Την ίδια περίπου περίοδο, ο Μαρκοράς γράφει άλλο ένα δυνατό ποίημα, το πιο γνωστό του έργο ίσως μετά τον «Όρκο» το οποίο φανέρωνε όλα τα τίμια και πατριωτικά αισθήματά του, τα «Κάστρα μας». Το επαναστατικό για την εποχή του αυτό έργο αναφέρεται στην απόφαση των ‘Άγγλων να παραχωρήσουν μεν τα Επτάνησα στην Ελλάδα, επιμένοντας όμως στην παράλογη άποψη περί κατεδαφίσεως των Φρουρίων του μικρού νησιού Βίδο. Μέσα από το ποίημα αυτό ο Μαρκοράς ξεδίπλωσε όλα του τα πατριωτικά αισθήματα με μοναδικό και συγκλονιστικό τρόπο ξεσηκώνοντας την κοινή γνώμη σχετικά με την άδικη και αλλόκοτη απόφαση της κατεδάφισης. Οι κριτικές που έλαβε για το ποίημα αυτό ήταν πράγματι διθυραμβικές: «Ωραία ποιητική έμπνευσι, που αντανακλά εις τα πλάσματα της φαντασίας το άδολο αίσθημα και το ύψος των εθνικών και κοινωνικών ιδεών, τόσο λαμπρά ώστε αυτό το άσμα θα συναριθμήται με τα πολύτιμα κειμήλια της χριστιανικής ποιήσεως».
Η συντηρητική Αθήνα όμως δεν αναγνώριζε το ταλέντο και την επαναστατική γραφή των Επτανησίων ποιητών. Η χρήση της δημοτικής γλώσσας ήταν για αυτούς κάτι το χθαμαλές και αδιανόητο, και το 1864 το περιοδικό φύλλο «Χρυσσαλίς» επαινούσε μεν το περιεχόμενο των ποιημάτων, θεωρούσε όμως «πτωχήν την Επτανησιακήν Διάλεκτον». Οι Επτανήσιοι ποιητές όμως δεν πτοήθηκαν στιγμή από τα σχόλια των Αθηναίων, και συνέχιζαν να υποστηρίζουν ακράδαντα τη γλώσσα και τη θεματολογία της Επτανησιακής ποίησης. Δε νοούταν άλλωστε η σύσταση και ευημερία ενός έθνους χωρίς γλωσσική ενότητα. Και η αρχαίζουσα γλώσσα σίγουρα δεν ήταν η σωστή επιλογή αν αναλογιστούμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού μιλούσε τη δημοτική γλώσσα. Η αρχαίζουσα απευθυνόταν σε μία μικρή μερίδα του πληθυσμού δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα γλωσσικό και συνάμα επικοινωνιακό χάσμα μεταξύ των ανθρώπων της εποχής.
Ώσπου φτάνουμε στο 1857, χρονιά καθοριστική για το ποιητικό έργο του Μαρκορά. Συγκλονισμένος από τις εξελίξεις στην Κρήτη γράφει το καλύτερο και γνωστότερο ποίημά του: Τον περίφημο «Όρκο». Το ποίημα αναφέρεται στη θυσία και τον αγώνα των Κρητών κατά των Οθωμανών και, πιο συγκεκριμένα, στην πυρπόληση της Μονής Αρκαδίου στην Κρήτη το 1866. Η υπόθεση του ποιήματος όμως, κάθε άλλο παρά συνηθισμένη είναι. Ο Μαρκοράς συγκινήθηκε αφάνταστα από την αυτοθυσία των Κρητών, βάζοντας τη φαντασία του να ταξιδέψει και να περιπλανηθεί λίγο παραπέρα. Διαλέγει για ήρωες του ποιήματός του δύο ερωτευμένους νέους. Τι πιο απλό και προσιτό από δύο νέα και ερωτευμένα παιδιά; Σε συνδυασμό με το δυναμικό ιστορικό υπόβαθρο της εποχής, το ποίημα μαγνητίζει τον αναγνώστη από την πρώτη κιόλας στιγμή.
Η Ευδοκία, κορίτσι ορφανό από μάνα και πατέρα, βρίσκεται σε ένα πλοίο μαζί με άλλους πρόσφυγες συμπατριώτες της και κατευθύνεται προς την Κρήτη, μετά από αναγκαστική απουσία τριών ετών. Στο μυαλό της βρίσκεται διαρκώς ο αγαπημένος της, ο Μάνθος, με τον οποίο είναι αρραβωνιασμένη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού η κοπέλα αναλογίζεται τη μοίρα της και βρίσκει λίγη χαρά στη σκέψη ότι θα συναντήσει επιτέλους τον καλό της. Μεσολαβεί ο χαιρετισμός των προσφύγων στον Ψηλορείτη, καθώς τον αντικρίζουν δακρυσμένοι ξανά μετά από τόσα χρόνια, και στη συνέχεια το θέμα του ποιήματος επιστρέφει στις σκέψεις της Ευδοκίας. Το καράβι φτάνει επιτέλους στα άγια και αγαπημένα χώματα των Κρητών. Η χαρά της κοπέλας όμως κρατά λίγο. Μόλις πατά το πόδι της στο νησί πληροφορείται το γεγονός του ολοκαυτώματος της Μονής του Αρκαδίου, ενώ παράλληλα μαθαίνει ότι ο αγαπημένος της (ο οποίος βρισκόταν στη μονή) τώρα είναι νεκρός.. Η Ευδοκία, μην αντέχοντας να παραμείνει στο πατρικό της (το οποίο είναι ερημωμένο και πλέον της προκαλεί μόνο θλίψη και απόγνωση) πηγαίνει στα ερείπια της Μονής. Εκεί την κυριεύει ο πόνος και η οδύνη, ενώ τα λόγια της μαρτυρούν ακόμα και τώρα όρκους αιώνιας αγάπης, αφοσίωσης και έρωτα προς το Μάνθο. Πώς είναι δυνατόν άλλωστε να ξεχάσει την αγάπη της για αυτόν; Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσει τα όνειρα που έκαναν μαζί πριν ο πόλεμος δηλητηριάσει την αγάπη τους; Εκείνη τη στιγμή, ο Μάνθος εμφανίζεται μπροστά της ολοζώντανος σαν λέιψανο. Η μορφή του είναι σχεδόν τρομακτική και αποκρουστική, καθώς είναι νεκρός. Της μιλά όμως τρυφερά, της ορκίζεται πως θα την αγαπά αιώνια ακόμα και αν δε βρίσκεται πια μαζί της στη ζωή και πως θα την προστατεύει όπου κι αν βρίσκεται. Εκείνη, συγκινημένη, πεθαίνει στην αγκαλιά του.. Το τραγικό ζευγάρι δε μπόρεσε να χαρεί τον έρωτά του στην επίγεια ζωή. Βρέθηκαν όμως μαζί στον Παράδεισο…
Το ποίημα αυτό είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό έργο του Γεράσιμου Μαρκορά. Ο ποιητής καταθέτει μέσα από το γράψιμό του τα αγνά πατριωτικά του αισθήματα, χωρίς να μολύνεται από ψήγματα σωβινισμού ή κραυγαλέων, ακραίων θέσεων, ενώ ο τρόπος που παρουσιάζει το δυνατό έρωτα των δύο νέων είναι πράγματι συγκλονιστικός. Ο «Όρκος» τυπώθηκε το 1875 στο κερκυραϊκό τυπογραφείο «Κέρκυρα», για άγνωστους λόγους όμως το έργο δεν κυκλοφόρησε, παρά μόνο σε ελάχιστα αντίτυπα, τα οποία μοιράστηκαν σε λίγους στενούς φίλους του Μαρκορά. Το 1899 ο «Όρκος» μεταφράστηκε στα Ιταλικά από τον καθηγητή Πανεπιστημίου Giovanni Canna. O Canna ήταν καθηγητής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Παβίας (το Πανεπιστήμιο στο οποίο σπούδασε ο Μαρκοράς), ενώ συγχρόνως συνέταξε έναν λόγο υπέρ των προσφύγων της Κρητικής Επανάστασης.
Όπως αναφέραμε, το βασικό μέλημα των εκπροσώπων της Επτανησιακής Σχολής ήταν η διάδοση και επικράτηση της δημοτικής έναντι της δύσκαμπτης και σκονισμένης πλέον αρχαίζουσας. Οι «ατρόμητοι» ποιητές της Επτανησιακής Σχολής επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα λογοτεχνικό περιοδικό με στόχο την ανάδειξη των έργων της εποχής και, φυσικά, τη διάδοση της δημοτικής. Ο τίτλος του τολμηρού αυτού έργου ήταν «Εθνική Γλώσσα», το περιοδικό όμως δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Την ομάδα συγγραφής αποτελούσαν οι: Κάρολος Μάνεσης, Στέλιος Χρυσομάλλης, Γεώργιος Καλοσγούρος, Νίκος Κογεβίνας, Ανδρέας Κεφαλληνός, Λορέντσος Μαβίλης, Ιάκωβος Πολυλάς και φυσικά ο Γεράσιμος Μαρκοράς. Επίσης, σκοπός του περιοδικού ήταν η γλωσσική και λογοτεχνική ενότητα και η προβολή των Επτανησίων λογοτεχνών. Όμως, οι καιροί για την Κέρκυρα ήταν εξαιρετικά χαλεποί για κάτι τέτοιο (βρισκόμαστε στο έτος 1884 όταν η Κέρκυρα είχε καταντήσει πλέον μία απλή ελληνική επαρχία), και η έκδοση του περιοδικού ήταν αδύνατη.
Παρ’ όλο που ο Μαρκοράς έγραφε χρόνια, η πρώτη επίσημη δουλειά του εκδόθηκε το 1890 στην Κέρκυρα με τον τίτλο «Ποιητικά Έργα». Επίσης, μετά την έκδοση των «Μικρών Ταξειδιών» συνέχισε να γράφει ποιήματα, τα οποία εκδίδονταν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Παναθήναια».
Το γλωσσικό ζήτημα πλέον βρισκόταν, ίσως, στην πιο κρίσιμη καμπή του. Το θέμα της γλώσσας ταλάνιζε την Ελλάδα καθώς η κατάσταση είχε αρχίσει να παίρνει πλέον πολιτικές διαστάσεις. Η κάθε γλωσσική παράταξη υποστήριζε τις απόψεις της ένθερμα, ενώ λογοτεχνικά περιοδικά άρχισαν να εμφανίζονται κατά κόρον για να συμπληρώσουν το σκηνικό. Ένα από τα καλύτερα και δημοφιλέστερα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής ήταν ο περίφημος «Νουμάς», δημοσίευμα αμιγώς δημοτικιστικό. Διευθυντής του ιστορικού αυτού περιοδικού ήταν ο Δημήτρης Ταγκόπουλος. Με παρότρυνση του φίλου του Λορέντσου Μαβίλη, ο Γεράσιμος Μαρκοράς δέχτηκε να γίνει συνδρομητής του περιοδικού αυτού. Δε δημοσίευσε όμως ποτέ ποιήματά του στην έκδοση αυτή..
Όπως αναφέραμε, η ζωή του Γεράσιμου Μαρκορά δεν ήταν ούτε κοσμοπολίτικη ούτε κραυγαλέα. Προτίμησε να ζει διακριτικά, αποτυπώνοντας τα συναισθήματα και τους στοχασμούς του πάνω στο χαρτί. Ο πατριωτισμός του, αγνός και αληθινός, δεν παραπατά ούτε στιγμή σε παράλογο σωβινισμό. Παράλληλα, ο σεμνός του χαρακτήρας τον έκανε συμπαθή και προσιτό σε όλους. Το τελευταίο του ποίημα, τη «Βραδινή Γαλήνη», το εμπνεύστηκε ένα ζεστό καλοκαιρινό δειλινό του 1911. Διάβαζε απορροφημένος τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη και η μυστηριώδης και μαγευτική ηρεμία της βραδιάς τον ενέπνευσαν να γράψει το τελευταίο του ποίημα. Στις 28 Αυγούστου του 1911, ο ποιητής του «Όρκου» και τόσων άλλων ποιημάτων άφησε την τελευταία του πνοή στη νησί που αγάπησε και ύμνησε όσο κανείς, την Κέρκυρα. Το έργο του αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής λογοτεχνίας σφραγίζοντας μία ολόκληρη εποχή…
* Φοιτήτρια Τμήματος Ιστορίας
Ιονίου Πανεπιστημίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου