Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

ΚΑΤΕΚΤΗΣΕ ΕΠΑΞΙΑ ΜΙΑ ΕΞΕΧΟΥΣΑ ΘΕΣΗ ΣΤΗ ΧΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΑΙΩΝ


Στις 4 Φλεβάρη συμπληρώθηκαν 6 χρόνια από το θάνατο της Αλέκας Παΐζη, η οποία, με τους αγώνες, τη στάση ζωής και την τέχνη της, εποίησεν Ηθος. Οι άνθρωποι, που στο πέρασμά τους από τη ζωή δημιούργησαν Ιστορία και έργο, οι άνθρωποι που άφησαν παρακαταθήκη πνευματική, καλλιτεχνική και πολιτική, δεν ξεχνιούνται ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Σ' αυτούς τους ανθρώπους ανήκει η Αλέκα Παΐζη, η οποία υπήρξε υπόδειγμα γενναίας αγωνίστριας, σταθερής, ασυμβίβαστης και συνειδητής κομμουνίστριας και μοναδικά υπέροχης ηθοποιού. Δίδαξε και «ποίησε» ήθος πάνω στη θεατρική σκηνή, αλλά και στην καθημερινή «σκηνή» του αγώνα, στο Μακρονήσι και το Τρίκερι. 
Η μεγάλη κυρία του ελληνικού θεάτρου, η συντρόφισσα της καρδιάς μας, που μας έδινε δύναμη από τη δύναμη της ψυχής της, στο μέγεθος της οποίας υποκλίθηκαν όλοι όσοι την γνώρισαν, λείπει ήδη έξι χρόνια από κοντά μας. 


Ηταν 4 Φλεβάρη 2009 που «έφυγε» για το μακρινό ταξίδι, έχοντας διανύσει μια ζωή πλούσια σε εμπειρίες, σε προσφορά, σε δημιουργία, κατακτώντας επάξια μια εξέχουσα θέση στη χορεία των σπουδαίων, των «δεμένων» με τους απελευθερωτικούς αγώνες του λαού μας στην Κατοχή, στον Εμφύλιο και στην επτάχρονη δικτατορία, των ανυποχώρητων και αταλάντευτων κομμουνιστών καλλιτεχνών. Το ΚΚΕ, η ΕΑΜική Αντίσταση και το μεταπολεμικό ελληνικό θέατρο έχασαν μια μεγάλη μορφή.

Αλύγιστη, ακέραιη, συνεπής
Αλύγιστη, γοητευτική, ακέραιη, συνεπής, παρούσα σ' όλους τους αγώνες, ταλαντούχα και ευαίσθητη, κατακτούσε τις καρδιές όλων. Η τόσο καθαρή ανάγκη για αγάπη, δικαιοσύνη και ειρήνη που συνοδεύει τη ζωή και το έργο της είναι βαθιά ταυτισμένη με την ίδια τη φύση του ποθητού. Πλουσιόπαιδο τα πρώτα χρόνια της ζωής της, «σημαδεύτηκε» μια μέρα που ένα φτωχό παιδάκι χτύπησε την πόρτα τους ζητώντας φαΐ. Του έδωσε κάτι και δακρυσμένη ρώτησε τη μάνα της: «Γιατί αυτό παιδάκι δεν έχει να φάει; Αυτό το ερώτημα με μάρκαρε και το κρατώ σε όλη μου τη ζωή», έλεγε.

Μετά από το Γυμνάσιο η Αλέκα Παΐζη, μόνη και οικονομικά «στον άσο» - όπως για πάρα πολλά χρόνια στη ζωή της - έρχεται στην Αθήνα. Εισάγεται στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Παντρεύεται έναν τραπεζικό υπάλληλο. Αγοράζουν ένα σπίτι στις Τζιτζιφιές, κοντά στην Αγία Ελεούσα. Κατοχή. Αμέσως μετά από την ίδρυση του ΕΑΜ, η Αλέκα Παΐζη εντάσσεται σε αυτό, όπως και στο ΚΚΕ. Το ανασυγκροτημένο ΚΚΕ αποφασίζει να επανακυκλοφορήσει το «Ριζοσπάστη».

Σε μια εκδρομή κομμουνιστών και ΕΑΜιτών, η Αλέκα Παΐζη γνωρίζει τον κομμουνιστή δημοσιογράφο Κώστα Καραγιώργη, ο οποίος λίγες μέρες αργότερα της ζητά - κρυφά από τον άντρα της - να διαθέσει το σπίτι της για την έκδοση του πρώτου παράνομου φύλλου του «Ριζοσπάστη». Εκείνη δέχεται. «Φέρνει ο Καραγιώργης στο σπίτι μου μια μηχανή, χαρτί, στοιχεία και έναν τυπογράφο» - θυμόταν σε συνέντευξή της στο «Ριζοσπάστη». «Ηταν Αρμένης. Αρχισε να τυπώνει ο Αρμένης, αλλά όλα έβγαιναν μουντζούρα. Γέμιζα το μπουγαδοκόφινο με τα μουντζουρωμένα χαρτιά και τα 'καιγα στο τζάκι. Δε γινόταν τίποτα κι οι μέρες περνούσαν. Ο Καραγιώργης φέρνει άλλη μηχανή, με κύλινδρο. Εμένα το μόνο που μ' ένοιαζε ήταν να δω καθαρά τυπωμένο το "Ριζοσπάστη". Ο Αρμένης μια μέρα με ρώτησε: "Μαντάμ, αν χτυπήσει το πόρτα τι τα πείτε;"». Ο παράνομος «Ριζοσπάστης» τυπώθηκε. Ο Καραγιώργης πήρε τα αντίτυπα και τη μηχανή. Αφησε τυπογραφικά στοιχεία και άλλα υλικά, που τοποθετημένα σε βαρέλι θάφτηκαν στον κήπο. Με μια καταρρακτώδη βροχή τα θαμμένα άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια. Αρον - άρον το σπίτι εγκαταλείφτηκε και πουλήθηκε «για λίγα τρόφιμα και το πρώτο ενοίκιο ενός σπιτιού στην οδό Φυλής».

Ως αριστούχα απόφοιτη της σχολής, το 1942 προσλαμβάνεται από το Εθνικό Θέατρο και πρωτοεμφανίζεται στην κωμωδία του Γκολντόνι «Βεντάλια». Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, δυο μέρες πριν την πρεμιέρα της στο έργο «Μίνα φον Μπάρχελμ», λόγω της ΕΑΜικής δράσης της μέσα στο Εθνικό Θέατρο, συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και κρατείται στη Μέρλιν, απ' όπου σύντομα απελευθερώνεται. Η ΕΑΜική της δράση συνεχίζεται στο Εθνικό Θέατρο, όπου παραμένει μέχρι το 1944, παίζοντας στα έργα «Μήδεια», «Λουίζα Μύλλερ», «Η γυναίκα στοιχειό» κ.ά. Μετά από την απελευθέρωση συμμετέχει στο ΕΑΜικό «Θέατρο του Λαού», στον επίσης ΕΑΜικό θίασο «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες». Τον Αύγουστο του 1949 η Αλέκα Παΐζη συλλαμβάνεται και κρατείται 45 μέρες στη Γενική Ασφάλεια. Η Ασφάλεια ζητά από τη σύζυγο του μεγαλοαξιωματικού της Χωροφυλακής Γ. Ντάκου, γειτόνων της Παΐζη, να την πείσει για δήλωση. Μάταιη η προσπάθεια της Ντάκου στην Ασφάλεια. Έπειτα της πρότειναν, τουλάχιστον, να αρθρογραφήσει σε εφημερίδα. «Δε δημοσιογραφώ. Δεν έχω αυτή την κλίση», απάντησε τελεσίδικα.

Δεν υπογράφω!
«Είχα πεισμώσει», έλεγε. «Έλεγα μέσα μου, αυτοί θα λένε να κάνω δήλωση, εγώ θα λέω δεν κάνω. Η αξιοπρέπεια δε σ' αφήνει να υποκύψεις. Αυτοί ήταν χυδαίοι κι εγώ θυμωμένη». Έτσι, μαζί με άλλες αγωνίστριες, εξορίζεται στο Τρίκερι. Εκεί, σε σκηνές βρίσκονται 5.000 γυναίκες. Σύντομα, «αρχίζουν τα καψόνια. Μας παίρνουν τα ράντζα. Επιβάλλουν να κοιμόμαστε στο χώμα. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι το Μακρονήσι. Επεσε πολύ... σπήλαιο στους πνεύμονες των γυναικών μ' αυτό το καψόνι. Από τις 5.000 γυναίκες, μείναμε για το Μακρονήσι 1.200 περίπου. Κι απ' αυτές στο Τρίκερι ξαναγυρίσαμε κάπου 500. Τσακίστηκε ο κόσμος (...) Στο κολαστήρι της Μακρονήσου πήγαμε με ένα καράβι που μετέφερε ζώα. "Παλιοκουμμούνες, θα πεθάνετε", μας λέγανε. Καψόνι, λιγοστό νερό, αλμυρές σαρδέλες για φαΐ, βούρδουλας, κόλαση».

«Η μεταφορά στο Μακρονήσι ήταν τραγική», θυμόταν η Αλέκα Παΐζη. «Είχαν προηγηθεί απειλές, εξαντλητικά καψόνια, μηνύματα ότι πάμε στο θάνατο. Στο νησί γίνονταν πράγματα φοβερά. Ταλαιπωρίες σωματικές, ύπουλη εξόντωση. Τη μέρα που έγινε η οργανωμένη επίθεση στον καταυλισμό των γυναικών, ούρλιαζαν οι ντουντούκες από τα ξημερώματα με απειλές για το τι θα μας έβρισκε αν δεν υπογράφαμε. Εκείνη τη μέρα έγιναν εγκεφαλικές διασείσεις, έσπασαν σπονδυλικές στήλες, γέμισαν τα λεωφορεία τραυματισμένες. Θυμάμαι μια κοπέλα που ούρλιαζε όλη νύχτα: "Χτυπάτε, χτυπάτε, χτυπάτε, χτυπάτε, φασίστες... Ποιον να αποκηρύξω, μωρέ; Το αίμα του αδερφού μου;". Γιατί βέβαια στο Μακρονήσι βρέθηκαν και κοπέλες που εξορίστηκαν μόνο και μόνο επειδή είχαν έναν αδερφό αντάρτη, για παράδειγμα».
Μαρτυρικά βιώματα, βασανιστήρια του κορμιού και της ψυχής, συγκρατουμένων της και της ίδιας. Η Παΐζη στο Τρίκερι περιλαμβανόταν μεταξύ των «100 πιο επικίνδυνων γυναικών», οι οποίες, όταν μεταφέρθηκαν στο Μακρονήσι, μπήκαν στο «σύρμα». Οπως η ίδια μας τα είχε διηγηθεί, στο κολαστήριο της Μακρονήσου μια μέρα ένας αρχιδεσμοφύλακας κραυγάζει: «Δεν μπορούν η Παΐζη, η Καραγιώργη, η Σιάντου, η Μαρκεζίνη να παρασύρουν τόσες άλλες γυναίκες». Με διαταγή του, οι αλφαμίτες βγάζουν από το σύρμα αυτές τις τέσσερις γυναίκες και χτυπώντας τες με βούρδουλα τις αναγκάζουν να τρέχουν. Ακολουθεί βασανισμός των τεσσάρων γυναικών, αλλά και πολλών άλλων μέσα σε σκηνές. «Ενα μερόνυχτο κράτησε το μεγάλο χτύπημα των γυναικών. Παντού ακούγονταν ουρλιαχτά. Πολλές οι σακατεμένες. Πολλές βρέθηκαν στο νοσοκομείο». Τη χτυπημένη Παΐζη την έσερναν και από τη σκηνή στο διοικητήριο, όπου της ζητούσαν μια άλλη μορφή «μετανοίας». 'Η να παίξει ή να σκηνοθετήσει ή να υπογράψει τάχα ως σκηνοθέτρια μια παράσταση, με την οποία το καθεστώς ήθελε να εμφανίσει το κολαστήριο ως «τόπο πολιτισμού και ψυχαγωγίας». Το επίμονο «Οχι» της Παΐζη και στο διοικητήριο συνεπαγόταν κι άλλα βασανιστήρια. Αυτό το μαζικό χτύπημα των γυναικών «ξεσήκωσε διεθνή θόρυβο. Ήρθαν ξένοι δημοσιογράφοι. Οι διοικούντες αναγκάστηκαν να κάνουν ψευτοαλλαγές». Λίγο αργότερα, οι αμετανόητες, όπως η Παΐζη, μεταφέρθηκαν πάλι στο Τρίκερι.

Στη συνέχεια, επί δεκαπέντε χρόνια, ως «αδειούχος εξόριστη», υποχρεωμένη να δίνει την παρουσία της στην Ασφάλεια, στερημένη τα πολιτικά της δικαιώματα, χωρίς διαβατήριο (απέκτησε διαβατήριο το 1966), βιώνει έναν άλλο «Γολγοθά». Της επιβίωσης. Ελάχιστοι θίασοι τολμούν να την προσλάβουν. Ευτυχώς που μπόρεσε να κάνει θίασο ο - από παλιά σύντροφός της - Μακρονησιώτης Μάνος Κατράκης και συνεργάστηκε μαζί της.

Το 1961 ο Σωκράτης Καραντηνός, πρωτεργάτης και διευθυντής του νεοσύστατου Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, παρανομώντας ουσιαστικά, τολμά να την προσλάβει χωρίς την απαραίτητη, τότε, βεβαίωση «κοινωνικών φρονημάτων». Εκεί, στο νεοσύστατο ΚΘΒΕ, ξανάλαμψε το μεγάλο ταλέντο της. Πρωταγωνίστρια του ΚΘΒΕ την βρίσκει η 21η Απρίλη. Νύχτα της 21ης Απρίλη, λόγω και απειλών κατά του διευθυντή αν επέτρεπε την παραμονή της στο ΚΘΒΕ, η Αλέκα Παΐζη φυγαδεύεται από τη Θεσσαλονίκη και σύντομα για το Λονδίνο και μετά στην Ιταλία, αναπτύσσοντας αντιδικτατορική δράση και υπομένοντας τα τεράστια προβλήματα επιβίωσής της.

Σ.Α
Εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 8 Φλεβάρη 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου