Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

ΤΡΕΙΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΕΣ ΧΟΡΩΔΙΕΣ ΤΟΝ ΜΑΙΟ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ



Ένα μελωδικό ταξίδι στα Επτάνησα με καντάδες και αρέκιες από την πλούσια μουσική παράδοση της Ζακύνθου, της Κέρκυρας και της Κεφαλονιάς προσφέρουν στο κοινό οι Γέφυρες τη Δευτέρα 4 Μαΐου, στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης (ώρα έναρξης 20:30). Τρία ξεχωριστά φωνητικά σύνολα, οι «Τραγουδιστάδες τση Ζάκυθος», οι Corfu Voices και το παραδοσιακό σχήμα «λαϊκής αριέτας» της Κεφαλληνιακής Χορωδίας, καθώς και η κερκυραϊκή Μαντολινάτα «Menestrelli» θα βρεθούν στη σκηνή του Μεγάρου για μία μοναδική συναυλία.
Τους «Τραγουδιστάδες τση Ζάκυθος» διευθύνει ο μαέστρος και ενορχηστρωτής Ιάκωβος Κονιτόπουλος, η μουσική διδασκαλία είναι του Διονύση Σεμιτέκολου και η σκηνοθεσία του Τώνη Λυκουρέση. Τη μουσική διεύθυνση της Χορωδίας Corfu Voices και της Μαντολινάτας «Menestrelli» έχει αναλάβει ο Φώτης Αργυρός. Η επιστημονική επιμέλεια της εκδήλωσης ανήκει στον Χαράλαμπο Ξανθουδάκη, καθηγητή του Μουσικού Τμήματος του Ιονίου Πανεπιστημίου. Τη Σειρά Γέφυρες διευθύνει ο συνθέτης Δημήτρης Μαραγκόπουλος.

Επτανησιακή καντάδα, το δημοφιλέστερο είδος της έντεχνης μουσικής του Ιονίου
Τα Επτάνησα, επηρεασμένα σε όλες τις μορφές της πολιτιστικής τους έκφρασης από τη Δύση, συνεπώς και από τη μουσική της και ιδιαίτερα από εκείνη της Ιταλίας, αποτέλεσαν τον κύριο φορέα δημιουργίας της ελληνικής λόγιας μουσικής. Γέννημα της κοινής ιστορικής τους τύχης, η επιρροή της ιταλικής μουσικής επεκτάθηκε τόσο στη λαϊκή μουσική των Επτανήσων, όσο και στην καντάδα και το λαϊκό τραγούδι.
Η επτανησιακή καντάδα, η οποία ως είδος μπορεί να χαρακτηριστεί ωδικό, αρμονικό, αστικό, διαταξικό, ιδιότυπα επτανησιακό, ήταν μια μορφή αστικού τραγουδιού. Γεννήθηκε μέσα στις ταβέρνες, αρχικά με χαρακτήρα περισσότερο λαϊκό αφού καταπιάστηκε με θέματα της καθημερινότητας, που αφορούσαν το μόχθο της εργασίας και την αγάπη για την πατρίδα. Οι μορφολογικές καταβολές της επτανησιακής καντάδας προέρχονται από το ιταλικό και το γερμανικό χορωδιακό τραγούδι, μια εκλαϊκευμένη παραλλαγή των μελοδραματικών χορικών (corale). Το όνομά της γεννιέται από το ιταλικό ρήμα cantare (τραγουδώ), ενώ κύριο χαρακτηριστικό της αρχικά ήταν η τριφωνία «πρίμο-σεκόντο-μπάσο». Τις πρώτες καντάδες έγραψαν συνθέτες της λεγόμενης Επτανησιακής Σχολής, όπως ο Παύλος Καρρέρ (ή Καρρέρης), ο Διονύσιος Λαυράγκας (Λαλούν τ’ αηδόνια, Λομπαρδιανοί) κ.ά.

Αν και διαδόθηκε ευρέως στα αστικά κέντρα, ιδιαίτερα της Κέρκυρας, της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς, η καντάδα δεν πέρασε στον αγροτικό πληθυσμό, τα τραγούδια του οποίου (μονοφωνικά με συνοδεία κιθάρας) εξακολούθησαν να εκφράζουν παλαιότερα μουσικά ήθη και να τραγουδιούνται σε γιορτές και κοινωνικές διασκεδάσεις. Αργότερα η καντάδα απέκτησε περισσότερο αστικό χαρακτήρα και πήρε τη μορφή που γνωρίζουμε, δηλαδή της ερωτικής εξομολόγησης κάτω από τα μπαλκόνια. Τα μουσικά όργανα, κιθάρα και μαντολίνο, έπαιζαν πάντα δευτερεύοντα, συνοδευτικό ρόλο και υποτάσσονταν στη φωνή.
Μετά την ένωση των Επτανήσων (1864), αρκετοί από τους μουσικούς που μετοίκησαν από τα Ιόνια νησιά στην Αθήνα άνοιξαν τα πρώτα ωδεία. Μαζί με τις θεωρητικές τους γνώσεις, μετέφεραν την αγάπη για την όπερα και την καντάδα. Η επτανησιακή καντάδα τελικά θα επηρεάσει τα αστικά τραγούδια της πρωτεύουσας και έτσι θα γεννηθεί η αθηναϊκή καντάδα: μετά το 1880 η καντάδα θα εξελιχθεί σε μουσικό είδος ευρύτατης αποδοχής στις ταβέρνες και την παλιά Αθήνα. Με μια κιθάρα, λίγη ρετσίνα και καλή συντροφιά, οι καντάδες πλημμύριζαν τα στενά σοκάκια της Πλάκας.

Παρά την εξέλιξή της όμως, η καντάδα, το αρμονικό αυτό άκουσμα με τη γλυκιά και νοσταλγική μελωδία, δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί το κύριο μέσο έκφρασης των ερωτευμένων...

Η αρέκια
Η παλαιότερη μορφή της επτανησιακής καντάδας ονομαζόταν στη Ζάκυνθο αρέκια (a orecchio=με το αυτί) και στο Ληξούρι αριέτα (arietta=τραγουδάκι, μικρός σκοπός). Οι αρέκιες, τραγούδια με ξεχωριστό μουσικό ύφος, αποδίδονται χωρίς τη συνοδεία οργάνου από τέσσερις φωνές και έχουν ιδιότυπη αρμονία, αφού πολλές φορές η τρίτη φωνή τραγουδά υψηλότερα από την πρώτη. Οι αρέκιες αρχίζουν με μια φωνή (σόλο) και κατόπιν συμπληρώνονται από τις υπόλοιπες φωνές. Είναι η αρμονία που οι Ζακυνθινοί ονομάζουν «τέρτσα».
Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα δύο αντιπροσωπευτικά δείγματα της επτανησιακής μουσικής, είναι ότι η καντάδα τραγουδιέται και απευθύνεται στις γυναίκες, ενώ η αρέκια μιλάει για τις γυναίκες!

Τιμές εισιτηρίων: 10,00 € (Ζώνη Γ΄) • 18,00 € (Ζώνη Β΄) • 25,00 € (Ζώνη Α΄) • 35,00 € (Διακεκριμένη Ζώνη). Ειδικές τιμές: 6,00 €  (φοιτητές, νέοι, άνεργοι, ΑΜΕΑ) • 8,50 € (65+, πολύτεκνοι). Πληροφορίες για το κοινό στο τηλέφωνο: 210 72.82.333  και στην ιστοσελίδα του Μεγάρου: www.megaron.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου