Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ, ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ, ΓΙΑ ΤΟ «ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ IΔΡΥΜΑ»


Δεν μ’ αρέσει να «τοποθετούμαι» δημόσια. Όσοι με γνωρίζουν, το ξέρουν καλά αυτό. Όσοι δεν με γνωρίζουν (ή έχουν επιλεκτική μνήμη) μπορεί και να το παρεξηγούν. Ας είναι. Αυτή τη στιγμή όμως αισθάνομαι την ανάγκη να μοιραστώ μερικές σκέψεις, έτσι, απλά, από καρδιάς, για έναν χώρο στον οποίο πέρασα εννιά και κάτι χρόνια της ζωής μου: 


Την Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη και το Λαογραφικό Μουσείο, που παραμένουν για περισσότερο από ένα μήνα κλειστά, καθώς οι εργαζόμενες σ’ αυτά προχώρησαν (δικαίως) σε επίσχεση εργασίας, μετά από καθυστέρηση πολλών μηνών, και για πολλοστή φορά, στην καταβολή των μισθών και των ασφαλιστικών εισφορών τους. Στ’ αλήθεια δεν ξέρω αν η άποψη ενός πρώην εργαζομένου στη Βιβλιοθήκη, και τώρα απλού αναγνώστη της, έχει κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Το αφήνω στην κρίση σας.
Για την ουσία του προβλήματος που επί χρόνια ταλανίζει το Κοργιαλένειο Ίδρυμα πολλοί συμπολίτες μας έχουν πάρει θέση με ειλικρινές ενδιαφέρον. Ο Πέτρος Πετράτος, π.χ., με σειρά άρθρων του στον τοπικό τύπο ήδη από το 2008, όταν το πρόβλημα ήταν πάλι στην επικαιρότητα, είχε αναφερθεί εκτεταμένα στις βασικές του διαστάσεις, διατυπώνοντας συγκεκριμένες προτάσεις. Κι είναι τώρα παρήγορο που πλέον, για πρώτη φορά τόσο μαζικά, χάρη στην κινητοποίηση των εργαζομένων, τα ανώτατα όργανα των τοπικών θεσμών (το Δημοτικό Συμβούλιο αλλά και ο Αντιπεριφερειάρχης) αλλά και κοινωνικοί και συνδικαλιστικοί φορείς έχουν υιοθετήσει ομόφωνα θέση υπέρ μίας λύσης: Του δημόσιου χαρακτήρα Βιβλιοθήκης-Μουσείου, με ταυτόχρονη εξασφάλιση των θέσεων εργασίας του υπάρχοντος (ελάχιστου για τις ανάγκες των δύο Ιδρυμάτων) προσωπικού.
Σίγουρα αυτή δεν είναι η μόνη λύση, είναι όμως μία λύση. Λύσεις σίγουρα υπάρχουν. Πολλές και ποικίλες. Που δεν είναι εύκολο (αλλά ούτε ακατόρθωτο) να επιτευχθούν λόγω των δυσχερών οικονομικών συνθηκών, και απαιτούν μεθοδικές και στοχευμένες δράσεις. Το μόνο βέβαιο είναι πως η διατήρηση του ισχύοντος καθεστώτος έχει αποδειχθεί πλέον αδιέξοδη. Ο ιδρυτής Μαρίνος Κοργιαλένιος προφανώς ήθελε η Βιβλιοθήκη που φέρει το όνομά του να λειτουργεί άψογα και να εμπλουτίζεται και όχι να «σέρνεται» επαιτώντας μέχρι να κλείσει. Και το ίδιο φαντάζομαι ότι επιθυμούν και η τοπική κοινωνία, η εκπαιδευτική κοινότητα, ο πνευματικός κόσμος, οι αρχές του τόπου, οι εργαζόμενοι και η διοίκηση του Ιδρύματος. Αφού όλοι λοιπόν επιθυμούν το ίδιο πράγμα, ας καθίσουν επιτέλους μαζί σ’ ένα τραπέζιμπορούν, από κοινού και συντονισμένα, σε διάλογο και συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία, να σχεδιάσουν και να διεκδικήσουν την καλύτερη δυνατή λύση, που, ανεξάρτητα από τη νομική της φόρμουλα, θα εξασφαλίζει το πραγματικό ζητούμενο: τη σταθερή και μόνιμη χρηματοδότηση Βιβλιοθήκης-Μουσείου που θα επιτρέπει να λειτουργούν σωστά χάριν της κοινωνίας και να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις, αλλά και την διατήρηση των θέσεων εργασίας του προσωπικού που εγγυώνται ότι το Ίδρυμα θα προωθεί ενεργητικά την έρευνα και τον πολιτισμό με ειδικευμένο προσωπικό και δεν θα είναι απλώς ένα κλειστό κτίριο που θα ξεκλειδώνεται από έναν κλητήρα όποτε απαιτούν οι περιστάσεις.
Για να πραγματοποιηθούν αυτά, ωστόσο, απαιτείται κάτι πιο ουσιαστικό: Να υπάρχει πραγματική θέληση απ’ όλες τις πλευρές. Θέληση για να πάει το ίδρυμα μπροστά, για απαγκίστρωση από το φόβο της αλλαγής, από πατερναλισμούς, εγωισμούς, προσωπικές κόντρες και φιλοδοξίες, αλλά και κοντόφθαλμα «μπαλώματα» χωρίς προοπτική και όραμα. Ίσως αυτή να είναι η τελευταία ευκαιρία.
Όμως είπα ότι θα μιλήσω από καρδιάς και όχι επιχειρηματολογώντας. Ο ίδιος,  άλλωστε, ανήκω στο παρελθόν της Βιβλιοθήκης, και όχι στο παρόν ή στο μέλλον της.  Πολύτιμες αποσκευές από το παρελθόν, κάποιες εικόνες, που μού θυμίζουν (και πιστεύω όχι μόνο σ’ εμένα) πόσο μεγάλη σημασία έχει για τον τόπο μας το Ίδρυμα αυτό, πόσο πολύτιμο και μοναδικό κεφάλαιο είναι για τον πολιτισμό του νησιού μας  η Βιβλιοθήκη και το Μουσείο μας.
Μέσα σ’ εκείνο τον υπέροχο κόσμο των βιβλίων και των εκθεμάτων, έχω να θυμάμαι ήχους, φωνές, πρόσωπα… Παιδιά που άνοιγαν με κόπο τη βαριά πόρτα μετά το σχόλασμά τους και έμπαιναν φορτωμένα με τις τσάντες τους στη μεγάλη αίθουσα για να δανειστούν βιβλία ή να μπουν στους υπολογιστές, άλλα παιδιά που με περιέργεια περιπλανιούνταν στον μικρό λαβύρινθο του Μουσείου και παρατηρούσαν μαγνητισμένα τα εκθέματα, που έρχονταν κατά ομάδες στη Βιβλιοθήκη με τους δασκάλους τους για να κάνουν εργασίες, που έκαναν τις εκδηλώσεις τους στο χώρο, απήγγειλαν, τραγουδούσαν, χόρευαν, έκαναν εκθέσεις με τις κατασκευές τους… Φοιτητές και ερευνητές που έσκυβαν επί εβδομάδες, μήνες πάνω στο αρχειακό και το βιβλιακό υλικό συνθέτοντας τις εργασίες και τις διατριβές τους, κατακόκκινους από τον ήλιο καλοκαιρινούς επισκέπτες που έγραφαν ενθουσιώδη λόγια στο βιβλίο επισκεπτών του Μουσείου κι έπειτα ανέβαιναν στη Βιβλιοθήκη ψάχνοντας με λαχτάρα για την ιστορία της οικογένειάς τους, ή του νησιού, καθηγητές, επιστήμονες και λογοτέχνες που εκφωνούσαν ομιλίες και ανακοινώσεις σε συνέδρια και ημερίδες, ανθρώπους που έρχονταν να χαρίσουν πολύτιμα κειμήλιά τους στο Μουσείο επειδή ένιωθαν ότι ανήκουν σε όλους… Μουσικές από το βάθος, από τα παιδιά που μελετούσαν πιάνο…
Κι όταν η βιβλιοθήκη έκλεινε, κι ο κόσμος έφευγε, λίγο πριν σβήσει το τελευταίο φως, μέσα στη μεγάλη αίθουσα νόμιζες πως ακούς έναν μακρόσυρτο ψίθυρο, σαν μέσα από τα βιβλία να ξετρύπωναν οι φωνές όλων εκείνων που τα έγραψαν, όλων εκείνων που τους είχαμε ταξινομημένους τον έναν πλάι στον άλλον με αλφαβητική σειρά…Ο Παπαδιαμάντης από τον πάνω όροφο της ελληνικής λογοτεχνίας, ο Τσιτσέλης από τα επτανησιακά του κάτω ορόφου, οι καντάδες του Μπουχάγερ από τις παρτιτούρες του παταριού, κι από κάτω, από το Μουσείο, οι κουβέντες όλων εκείνων των ιστορικών προσώπων που συγκατοικούσαν στη μεγάλη αίθουσα με τα πορτραίτα… Όλες αυτές οι φωνές, που υπάρχουν εκεί για να μας θυμίζουν ποιοι είμαστε… όχι μόνο ποιοι ήμασταν. Ενεστώτα βάζω, όχι παρατατικό. Ενεστώτα διαρκείας…
Ίσως κάποιος να με θεωρήσει τρελό που άκουγα, τότε, όλες αυτές τις φωνές. Και να ενισχύσει την άποψή του αυτή αν ακούσει επιπλέον ότι ειλικρινά δεν μπορώ πια να περνάω ούτε απ’ έξω από τη Βιβλιοθήκη και το Μουσείο και να τα βλέπω κλειστά. Δεν το αντέχω. Συναισθήματα; Απέραντη θλίψη, θυμός, απογοήτευση, πικρία… Και υποψιάζομαι ότι είναι κι άλλοι οι «τρελοί» σαν κι εμένα, που νιώθουν το ίδιο. Που δεν μπορούν να πιστέψουν ότι αυτό το φως αφέθηκε τόσο άδικα να σβήσει προσωρινά. Που φοβούνται πως τα μάτια μας σιγά σιγά, μετά την πρώτη αμηχανία, θα συνηθίσουν το σκοτάδι. Πως θα περάσει ο καιρός, και θα πάψουμε ν’ αποζητάμε τη Βιβλιοθήκη και το Μουσείο μας. Πως θα αποδεχτούμε μοιρολατρικά το τέλος τους. Και θα κλαίμε (με αληθινά ή κροκοδείλια δάκρυα) γι’ αυτά, γράφοντας λαμπρούς επικήδειους και ελεγείες. Και μετά, θα τα ξεχάσουμε, βυθισμένοι στα άλλα προβλήματα της καθημερινότητάς μας.
Δεν έχουμε την πολυτέλεια να επιτρέψουμε κάτι τέτοιο. Οι βαριές σιδερένιες πόρτες της Βιβλιοθήκης και του Μουσείου πρέπει να ξανανοίξουν οριστικά. Διάπλατα. Και η Πολιτεία οφείλει να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις ώστε το φως τους ν’ ανάψει ξανά, δυνατό και προπαντός καινούριο. Όχι σαν φωτοβολίδα. Αλλά για πάντα. Ώστε οι εργαζόμενοι που τα υπηρετούν, και είμαι σε θέση να ξέρω ότι το κάνουν με πολύ μεγάλη αγάπη, να μπορούν να συνεχίσουν το έργο τους με αξιοπρέπεια και ενθουσιασμό. Και οι άνθρωποι που τα επισκέπτονται να χαίρονται και να απολαμβάνουν σύγχρονες υπηρεσίες, εναρμονισμένες με τον νέο, ψηφιακό κόσμο. Και οι πνευματικές δυνάμεις του τόπου να έχουν ένα ελεύθερο ανοιχτό βήμα έκφρασης, διαλόγου, παραγωγής πολιτισμού, εισαγωγής καινοτόμων δράσεων. Αυτό αξίζει στη Βιβλιοθήκη και το Μουσείο μας. Αυτό αξίζει στον πολιτισμό του τόπου μας.
Ας σκεφτούμε λίγο παραπάνω εκείνο το «μας». Η Βιβλιοθήκη και το Μουσείο, ως εθνικά κληροδοτήματα, δεν είναι ιδιωτική περιουσία κανενός, αλλά δημόσια περιουσία. Ανήκουν στην τοπική μας κοινωνία. Είναι δικά μας – φτιάχτηκαν από τον ευεργέτη και συντηρήθηκαν από το Ίδρυμα με την αρωγή του κράτους για μας, για όλους μας: Μαθητές, δασκάλους, ερευνητές, φοιτητές, καλλιτέχνες, μουσικούς, λογοτέχνες, για όλους τους πολίτες. Και η ευθύνη για την τύχη τους είναι στα χέρια της τοπικής κοινωνίας. Στα χέρια όλων μας. Ας μην αφήσουμε την τύχη αυτού του πολύτιμου θησαυρού να κυλήσει σαν νεράκι από τα χέρια μας και να εξατμιστεί στο άνυδρο χώμα των καιρών μας.

ΗΛΙΑΣ ΤΟΥΜΑΣΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου