Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Ο ΛΑΝΘΑΝΩΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΑΒΙΛΗ



Ο Παναγιώτης  Νούτσος σκιαγραφεί μια άλλη πλευρά του κερκυραίου ποιητή ­ αυτήν του πολιτικού διανοουμένου ­ και αναφέρεται στην εθελοντική συμμετοχή του στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες, στις ιδέες του για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και την αναμόρφωση των δομών της ελληνικής κοινωνίας.
Πριν από λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησε το περιοδικό Πόρφυρας (αρ. 91), με εκτενές αφιέρωμα στον Μαβίλη. Με το παρόν άρθρο θα προσπαθήσω να αναδείξω ορισμένες πτυχές του κερκυραίου ποιητή ως «πολιτικού διανοουμένου». 
Ο Λορέντζος Μαβίλης (1860-1912) κινήθηκε στην ίδια περίπου τροχιά ενδιαφερόντων με τον Πολυλά: φιλολογική ευρυμάθεια, φιλοσοφική αναζήτηση, μεταφραστικές επιδόσεις, ποιητικό έργο, δημοτικισμός και, στο τέλος της ζωής του, πολιτική δράση. Αν όμως ο «δάσκαλός» του επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για τη δημιουργία θεσμών δημοσιότητας, στους οποίους θα δρούσε και ο ίδιος ως «πολιτικός διανοούμενος» με μια μετριοπαθή επεξεργασία των «αντιπλουτοκρατικών» αισθημάτων της εποχής του, ο νεαρός Μαβίλης ­ μετά από μακρόχρονες αλλά όχι συστηματικές σπουδές στη Γερμανία ­ θα αρνηθεί την ένταξή του σ' αυτούς και αυτοπεριορίζεται στην Κέρκυρα, δημοσιεύοντας απλώς ολιγόστιχα ποιήματα, με το αρχικό του επωνύμου του, σε περιοδικά κυρίως της πρωτεύουσας. Η αυθυπέρβασή του, ως προς αυτή τη στάση του, συντελέστηκε από τη μια πλευρά με την εθελοντική του συμμετοχή στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες (το 1896 στην Κρήτη, το 1897 στην Ηπειρο, το 1912 στη Θεσσαλία και την Ηπειρο) και από την άλλη με τη συστράτευσή του στο κοινοβουλευτικό «ανορθωτικό» εγχείρημα του Βενιζέλου. Ετσι, σ' αυτό ακριβώς το δίπολο εθνικού και κοινωνικού ζητήματος, κατά τις βραχύβιες διακοπές του κερκυραϊκού «λάθε βιώσας» που απλόχερα είχε αναλωθεί στο «otium cum dignitate», ο Μαβίλης σκιαγράφησε την ιδιοπροσωπία του ως «πολιτικού διανοουμένου», όπως συνέβη και με τον Κ. Θεοτόκη, που χάραξε ωστόσο μια αρκετά διαφορετική πορεία.

Η διακρίβωση των μαρτυριών
Αν ανατρέξουμε στα realia που απαιτούνται για την επαρκή τεκμηρίωση αυτής της υπόθεσης έρευνας, διακριβώνουμε ότι οι συναφείς μαρτυρίες ­ άμεσες ή έμμεσες ­ είναι λιγοστές και μόνο με την αναγκαία διασταύρωσή τους με τα ιστορικά συμφραζόμενα μπορεί να ανασυγκροτηθεί, έστω και κάπως αχνά, η απόπειρα συστοίχησης αυτού του διπόλου από τον Μαβίλη. Αρχικά, υπενθυμίζω ότι ο αθεράπευτα γαριβαλδινός, γόνος κι αυτός αριστοκρατικής οικογένειας, συνέχιζε την τακτική των επτανησίων ριζοσπαστών να εγγράφουν στον Giuseppe Garibaldi και, στη συνέχεια, ως ένα βαθμό, στο γιο του Ricciotti την ενσάρκωση των «ευρύτερων λαϊκών πόθων για μια πατρίδα ελεύθερη όπου θα επικρατούσε "δικαιοσύνη"». Ακόμη, υπογραμμίζω τον ηρωικό πεσσιμισμό του ποιητή, που τον τροφοδοτούσε κυρίως με θεωρήματα «μεταφυσικής της βούλησης» («Willensmetaphysik») του Schopenhauer, του Nietzsche και του Giacomo Leopardi· τη διαβεβαίωσή του ότι συναντά την ομορφιά και σε «σταυροδρόμια αγέλαστα» «όπου σκλάβοι της δουλειάς τυραγνιούνται στο λιοβόρι»· τη φιλία του με τους Αβλιχο και Θεοτόκη ή το ζεύγος Θέρου· τη συμβολή του στην ίδρυση του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» (Μάιος 1910), την επίσκεψή του στο Εργατικό Κέντρο του Βόλου και βέβαια τη συμπόρευσή του με τους «Κοινωνιολόγους».

Ως προς τη μορφή της συστοίχησης εθνικού και κοινωνικού ζητήματος κρίσιμη υπήρξε η έκβαση του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897. Οπως είναι γνωστό, ένα χρόνο νωρίτερα, αγωνίστηκε στο πλευρό των εξεγερμένων Κρητών πλειάδα ευρωπαίων σοσιαλιστών, οπαδοί τόσο του «αυτόνομου κοινωνισμού» όσο και των αρχών της Δεύτερης Διεθνούς (στους κόλπους της, κατά την ίδια μόλις περίοδο, στο συνέδριο του Λονδίνου υιοθετείται η αρχή των εθνικοτήτων και ξιφουλκεί ο Bernstein υποστηρίζοντας τον αγώνα των Κρητών, με την αποποίηση της καθιερωμένης εκτίμησης ότι η Τουρκία θα αναχαίτιζε το ρωσικό επεκτατισμό). Θα τους πλαισιώσουν έλληνες ομοϊδεάτες τους, όπως ήταν ο Σταύρος Καλλέργης, ο Μαρίνος Αντύπας και ο Δ. Φωτόπουλος, συνεργάτης της εφημερίδας του Πύργου Νέον Φως. Ο Αντύπας, το επόμενο έτος, πρωτοστατεί σε συλλαλητήρια στην Αθήνα εναντίον των παραγόντων της ταπεινωτικής ήττας αναδεικνύοντας συνάμα την ανάγκη εξισορρόπησης του κοινωνιστικού οράματος με την περιφρούρηση των «δικαίων του ελληνισμού». Ως την εκπνοή του αιώνα φυλλορροούν οι αναρχικές κινήσεις της Πελοποννήσου και ο Καλλέργης σε λίγο αποσύρεται στο γενέθλιο νησί του, κωδικοποιώντας πια την πολιτική του εμπειρία ως «εξελικτικός κοινωνιστής» που ενδιαφέρεται για την «οργάνωσιν, μόρφωσιν και κατεύθυνσιν» του κινήματος των εργαζομένων, χωρίς να παραβλέπει τα «εθνικά συμφέροντα» στην εκδίπλωσή του.

Η επαφή με τους «Κοινωνιολόγους»
Ο Θεοτόκης, χωρίς να έχει γαλουχηθεί στην ίδια ιδεολογική μήτρα, υφίσταται την πρώτη πνευματική του αναστάτωση επισκοπώντας το πλέγμα των αιτίων που σέρνεται το «ανατολικό ζήτημα», ενώ ο Μαβίλης θα βιώσει μια παρόμοια τραυματική εμπειρία χωρίς ωστόσο να συναγάγει τα ίδια συμπεράσματα για τους λόγους που συνετρίβη και αυτή τη φορά η πολιτική της «Μεγάλης Ιδέας», αρκούμενος στην επίκριση του ηγετικού μηχανισμού της «Εθνικής Εταιρείας», που δεν κατόρθωσε να «διευθύνει τας τύχας του έθνους εκ παραλλήλου προς την Κυβέρνησιν ή πιθανώς και εν αντιθέσει προς αυτήν». Ο Θεοτόκης πάντως, που για πρώτη και μοναδική φορά είχε καταταγεί εθελοντής, κατά την τελευταία παραμονή του στη Γερμανία (1907-1909), αφού ήδη θα έχει διακριβώσει την κοινωνική λειτουργία της Καθαρεύουσας και θα έχει αναγάγει το μεσσιανισμό (με το σχήμα της έλευσης του «διορθωτή») σε «λαϊκή θρησκεία», οριστικοποιεί το σοσιαλιστικό του προσανατολισμό, συμφωνώντας επίσης με τον Κ. Χατζόπουλο ότι για την εξάπλωση των νέων κοινωνικών ιδεών θα πρέπει να υποχωρήσουν στο θέμα της Δημοτικής. Λίγο πριν την επιστράτευση, στην εφημερίδα Σοσιαλιστική Δημοκρατία, όργανο του «Σοσιαλιστικού Ομίλου» Κερκύρας, στην ίδρυση του οποίου είχε συμβάλει και ο Θεοτόκης, δίδεται η απόλυτη προτεραιότητα στην επίλυση του κοινωνικού ζητήματος: «Ας λεφτερωθούμε πρώτα εμείς οι ντόπιοι» από την «Πλουτοκρατία» και «έπειτα ας ενδιαφερθούμε για τους άλλους αδελφούς μας».

Ο Μαβίλης, συνεργάτης κι αυτός του Νουμά χωρίς ωστόσο να συμμερίζεται την ψυχαρική εκδοχή του Δημοτικισμού, έρχεται σε επαφή με τους «Κοινωνιολόγους» μετά την εξέγερση του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» στο Γουδί και την ελπιδοφόρα εμφάνιση του Κόμματος Φιλελευθέρων στην εγχώρια πολιτική σκηνή, συνδέοντας μάλιστα την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με την άρση των χρόνιων «πολιτικών ζητημάτων» του τόπου (Ψυχάρης 1888), ιδιαίτερα τη διάσωση της εθνικής του αξιοπρέπειας. Η συμπόρευση αυτή του Μαβίλη με τα κοινοβουλευτικά στελέχη του Λαϊκού Κόμματος, ιδίως στις εργασίες της Β' Αναθεωρητικής Βουλής το 1911, εγκαινιάζεται με τη συμμετοχή του, μετά από διαμεσολάβηση του Κ. Πασαγιάννη, στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Από το βιογράφο του ποιητή καταχωρίζεται η εκτίμησή του για τους «Κοινωνιολόγους» (που επιβάλλεται να συσχετισθεί με τις συναφείς μαρτυρίες των πρωταγωνιστών της κίνησης, π.χ. του Κ. Τριανταφυλλόπουλου, και των σχολιαστών της κατά την περίοδο αυτή, όπως ήταν οι συνεργάτες του Νουμά): αναγνώριζε στην «ομάδα» αυτή τα «πιο ηθικά μέσα στη Βουλή στοιχεία, που θα μπορούσε να χρησιμέψουν σα φυτώριο ή σαν προζύμι μιας βαθύτερης και ριζικώτερης κοινοβουλευτικής μεταβολής στο καλύτερο για το μέλλον [...] Ενα μόνο ψεγάδι τους εύρισκε. Οτι είναι βιαστικοί. Ανυπόμονοι να φτάσουν την επιτυχία μιαν ώρα αρχήτερα. Και μιαν έλλειψη. Οτι πλούσια θρεμμένοι από θεωρίες θυσιάζουν στην ιδεολογία τους κάθε πραγματικότητα». Μολονότι τα δύο αυτά συμπτώματα της πολιτικής τους πρακτικής τα χρέωνε στο «μούστο της νεανικής ορμής» κρατούσε τις ίδιες αποστάσεις μ' αυτούς στον τρόπο αντιμετώπισης της δημοτικής γλώσσας, όπως διευκρινίζει τη θέση του στη Βουλή (αγόρευση της 26.2.1911) με τον αυτοβιογραφικό της τόνο (ως συνεχιστής της «σχολής» των Σολωμού και Πολυλά), την υπογράμμιση ότι και ο «τελευταίος αγρότης» αποτελεί φορέα δικαιώματος για ένα «όργανον συνεννοήσεως του κοινού», με την αναγνώριση ότι με τη λαϊκή γλώσσα θα «φωτισθή η διάνοια» και θα «μορφωθή η καρδία» του λαού και με την αξίωση να κατοχυρωθεί η ελεύθερη διακίνηση των «διαφόρων ρευμάτων ιδεών».

Ο ποιητής και η πάλη των τάξεων
Ο Μαβίλης χάθηκε νωρίς στο Δρίσκο χωρίς να μετάσχει στην επιτέλεση των καθοριστικών γεγονότων αυτής της δεκαετίας που, από μια άποψη, δεν τον διέψευσαν ως προς τη στάση των στελεχών του Λαϊκού Κόμματος κατά την εργώδη πραγματοποίηση του «ανορθωτικού» σχεδίου του Βενιζέλου, που ήδη από τη σύλληψή του έκαμψε τον «πεσσιμισμό» του ποιητή. Ως πολιτικός διανοούμενος, στα μικρά διαστήματα της συναφούς απορρόφησής του στο δίπολο εθνικού και κοινωνικού ζητήματος, είχε στο στόχαστρό του τη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση που σύμφωνα με τον Παλαμά ήταν το ομόλογο της εξωτερικής πολιτικής της χώρας: «σκλάβα η πατρίδα σε πολλά του Τούρκου ακόμα και σε περισσότερα του δάσκαλου». Σ' αυτήν ακριβώς τη συστοίχηση εθνικής και κοινωνικής ολοκλήρωσης ο Μαβίλης ψηλαφούσε διστακτικά τα κράσπεδα του δεύτερου όρου της συζυγίας. Ο Ν. Γιαννιός, που με άλλη αφετηρία οδηγήθηκε στην κριτική υποστήριξη προς την πολιτική του Κόμματος Φιλελευθέρων, κατέγραψε αρκετά πρώιμα μια «φιλική εξομολόγηση» του «αληθινού ποιητή και χρηστού ανθρώπου», στην Κέρκυρα το 1906: «Οταν του παρατηρήσαμε πως μια τέτοια ιδιοσυγκρασία σαν τη δική του, τέτοια όπως εκδηλώνουνταν στις ομιλίες μας, δεν μπορούσε παρά ν' αγαπήση το Σοσιαλισμό, μας απάντησε μ' όλη του εκείνη τη μαβιλική ειλικρίνεια: "Δεν έχω μελετήση το ζήτημα". Αλλοιώτικα, αν οι παλαιοί εφτανησιώτες καλλιτέχνες εγνώριζαν το σοσιαλιστ. ζήτημα, ίσως να γίνουνταν και σοσιαλιστές όπως έγιναν σχεδόν όλοι οι σημερινοί Κερκυραίοι καλλιτέχνες και δημοτικιστές». Το μετέωρο ωστόσο βήμα του Μαβίλη προς την αναμόρφωση των δομών της ελληνικής κοινωνίας, όπως το επιχείρησε ως μετριοπαθής συνοδοιπόρος των «Κοινωνιολόγων», συντελέστηκε αφού ήδη είχε στρατευθεί στην υπόθεση σύζευξης έθνους και κράτους, όπως μάλλον την προδιέγραψε ο Σκληρός (1907) συνδέοντας τον «εσωτερικόν πόλεμον» των κοινωνικών τάξεων με την καλύτερη στρατιωτική οργάνωση της χώρας, ακριβώς για να εκπληρωθεί η εθνική της αποστολή που συνιστά «όχι μόνον δι' ημάς όλους, αλλά και δι' αυτήν την κυριαρχούσαν τάξιν μας ειλικρινή επιθυμία και ιδεώδες». Αγέραστος γαριβαλδινός ο Μαβίλης σφράγισε τη ζωή του με την αγωνιστική προσήλωση σ' αυτό το «ιδεώδες», τερματίζοντας επίσης την αμηχανία που τον διακατείχε στην ανίχνευση του οράματος μιας «βαθύτερης και ριζικώτερης» μεταβολής.

 Ο Παναγιώτης Νούτσος είναι καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Εφημερίδα Το ΒΗΜΑ, 26/09/1999

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου