Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

ΠΑΤΡΙΚ ΛΗ ΦΕΡΜΟΡ: ΠΩΣ ΔΙΕΣΧΙΣΕ, 18 ΧΡΟΝΩΝ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ!



Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ στην Ιθάκη, το 1946. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από τη σύζυγό του, Τζόαν Λη Φέρμορ, που τράβηξε όλες τις φωτογραφίες των βιβλίων του Πάντι «Μάνη» και «Ρούμελη».
Ο Πάντι είχε επίγνωση ότι «σταδιακά και με έναν πολύ απολαυστικό τρόπο μετατρεπόταν σε μινιατούρα του Ρέικ’ς Πρόγκρες».
Πριν από 80 χρόνια, τον Δεκέμβριο του 1933, ο μεγάλος ταξιδιωτικός συγγραφέας και φιλέλληνας ξεκίνησε να διασχίσει περπατώντας την Ευρώπη – από το ολλανδικό Αγκίστρι έως την Κωνσταντινούπολη.
Μπορούσε να πίνει σχεδόν όλη τη νύχτα, βιώνοντας μιαν εκ βαθέων πηγαία ευφορία· στις παγερές ώρες που μεσολαβούσαν όμως από το ένα πάρτι στο άλλο, γινόταν όλο και πιο ανήσυχος, όλο και πιο μελαγχολικός. Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ήταν επιδεκτικός σε συναισθηματικές μεταπτώσεις, με κρίσεις κατάθλιψης που προκαλούνταν απ’ το αίσθημα ότι αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των άλλων. Δεν είχε ακόμη κλείσει τα δεκαεννιά αλλά οι πύλες των ευκαιριών έδειχναν να κλείνουν και όχι να ανοίγουν για εκείνον. Η σχολική του ζωή ήταν μια καταστροφή· ο συνδυασμός πλήξης και πειρασμών σήμαινε ότι δύσκολα θα τα κατάφερνε στον στρατό· δεν μπορούσε όμως να φανταστεί τον εαυτό του πίσω από ένα γραφείο, εννέα με πέντε, κάθε μέρα. Σε αυτήν τη φάση πλέον οι γονείς του είχαν συνειδητοποιήσει ότι είχε στραφεί μακριά απ’ την προοπτική μιας στρατιωτικής καριέρας και η απογοήτευσή τους αύξανε την αίσθηση της δικής του ανικανότητας. Σε μια στιγμή απελπισίας, ο πατέρας του έφτασε στο σημείο να του προτείνει να γίνει ορκωτός λογιστής.

Ξαφνικά, τον συνεπήρε «μια βαθιά απέχθεια για το Λονδίνο. Τα πάντα έδειχναν αφόρητα, απεχθή, επιφανειακά, προβληματικά, αδιάφορα… Ξαφνικά, όλα τα πάρτι μού προκαλούσαν αποστροφή. Περιφρονούσα τους πάντες, αρχίζοντας και τελειώνοντας με τον εαυτό μου. Τα πάντα με αποκαρδίωναν, με πλήγωναν, με αποθάρρυναν. Κάθε μου πτυχή είχε συρρικνωθεί, ό,τι άξιζε πάνω μου είχε ζαρώσει, οι χειρότερες πλευρές μου είχαν πάρει κεφάλι… Ζούσα μέσα σε μια ατμόσφαιρα εξοντωτικής αεργίας μετά από ξέφρενο μεθύσι».

Θα κοιμόταν σε αχυρώνες και στάχυα, θα
έτρωγε ψωμί και τυρί, θα ζούσε όπως
ένας περιπλανώμενος μελετητής ή
προσκυνητής, θα έκανε παρέα με αλήτες
και απατεώνες, με χωρικούς και τσιγγάνους.

Η απάντηση, έγραψε αργότερα, ήρθε ξαφνικά ένα βροχερό απόγευμα. Να εγκαταλείψει την Αγγλία και να ταξιδέψει, αυτό θα του έλυνε όλα τα προβλήματα. Το Σάντχερστ και ο στρατός ας περίμεναν επ’ αόριστον. Με αυτήν τη μία λίρα που είχε ως οικογενειακό επίδομα θα περπατούσε την Ευρώπη από τη Δύση ως την Ανατολή, θα κοιμόταν σε αχυρώνες και στάχυα, θα έτρωγε ψωμί και τυρί, θα ζούσε όπως ένας περιπλανώμενος μελετητής ή προσκυνητής, θα έκανε παρέα με αλήτες και απατεώνες, με χωρικούς και τσιγγάνους. Επιτέλους θα είχε κάτι για να γράψει. Ο στόχος του ήταν η πόλη η οποία, το 1930, είχε επισήμως αλλάξει ονομασία σε Ιστανμπούλ, παρότι ο Πάντι σε όλη του τη ζωή την αποκαλούσε Κωνσταντινούπολη.

Να περπατήσει από το ολλανδικό Αγκίστρι ως την Κωνσταντινούπολη. Η φιλοδοξία του είχε συμπυκνωθεί μέσα σε μια πρόταση που ξεκινούσε σαν το τρέμουλο των ταμπούρλων και έκλεινε με τον πάταγο των κυμβάλων. Οι λέξεις απέκτησαν κάτι μαγικό, έγιναν κάτι σαν φυλακτό, εξανεμίζοντας κάθε αμφιβολία. Ο πραγματικός του στόχος ήταν η Ελλάδα αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία τι ηχούσε καλύτερο. Περπατώντας από το Αγκίστρι της Ολλανδίας ως την Αθήνα παρέμενε σταθερά εντός της Ευρώπης, περπατώντας όμως από την Ολλανδία ως την Κωνσταντινούπολη, μια τέτοια διαδρομή θα τον οδηγούσε ως τις ίδιες τις πύλες της Ασίας. Θα διέσχιζε πολιτισμικά όσο και γεωγραφικά όρια, και για έναν ρομαντικό νέο όλο αυτό έμοιαζε ακόμα πιο εξωπραγματικό. 

Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ στο μοναστήρι της Ρίλα, τον Αύγουστο του 1934, καθ’ οδόν προς την Κωνσταντινούπολη, στην οποία έφθασε την Πρωτοχρονιά του 1935, πάνω από δυο χρόνια από όταν ξεκίνησε το παράτολμο αυτό ταξίδι.

Από τη στιγμή που το Σχέδιο είχε πάρει μορφή, έπρεπε απλώς να τεθεί σε εφαρμογή. Ο κύριος Πριντό το έμαθε και όπως ήταν αναμενόμενο εξέφρασε τον βαθύτατο προβληματισμό του· την ίδια στιγμή, ήταν καλύτερα από το να σπαταλάει ο Πάντι άσκοπα τον χρόνο του στο Σέφερντ Μάρκετ, ενώ ίσως να έβγαινε και λίγο περισσότερο στον κόσμο. Ο κύριος Πριντό ανέλαβε να γράψει στον Λούις, στην Καλκούτα – μολονότι ο Πάντι ήταν σχεδόν βέβαιος ότι ο πατέρας του δεν θα ενέκρινε ποτέ ένα τέτοιο σχέδιο όπως κι αν του το παρουσίαζε ο κύριος Πριντό. Εκτός από τη μία λίρα την εβδομάδα, την οποία ο πιστός κύριος Πριντό συμφώνησε να του στέλνει σε μηνιαίες δόσεις στα διάφορα προξενεία, ο νεαρός χρειαζόταν και μερικά χρήματα για να ξεκινήσει το ταξίδι. Στην «Εποχή της Δωρεάς» λέει ότι δανείστηκε μερικά χρήματα από τον πατέρα ενός φίλου «για να εφοδιαστώ με τα απαραίτητα του ταξιδιού αλλά και για να έχω χαρτζιλίκι στην τσέπη προτού ξεκινήσω». Ο γενναιόδωρος χορηγός ήταν ο πατέρας του Γκρέιαμ Κουκ, ενός παλιού συμμαθητή, την οικογένεια του οποίου ο Πάντι επισκεπτόταν συχνά στο Χάμπστεντ. Συνεπαρμένος από τον φιλοξενούμενο, ο κύριος Κουκ είχε ρωτήσει τον Πάντι πώς είχε σκοπό να τα βγάλει πέρα. Φυσικά, ο Πάντι δεν είχε ιδέα πέρα από τις τέσσερις λίρες τον μήνα, αλλά ο κύριος Κουκ έσπευσε να τον σώσει: «Ορίστε, αγόρι μου, πάρε είκοσι λίρες και καλή τύχη να έχεις».

Ένα άλλο δώρο όμως έμελλε να αποβεί ακόμη πιο πολύτιμο, καθώς αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για αληθινό κεφάλαιο. Ήταν το δώρο μιας φίλης της κυρίας Στιούαρτ, της κυρίας Σάντουιτς, η οποία θα μπορούσε να πει κανείς πως επρόκειτο για την καλή του νεράιδα. Ακούγοντας το σχέδιό του, η κυρία Σάντουιτς έγραψε δύο ή τρεις συστατικές επιστολές που απευθύνονταν σε φίλους της στη Γερμανία. Ο Πάντι δεν είχε ιδέα όταν τις έβαζε στην τσέπη του πόσο μεγάλο αντίκτυπο θα είχαν αυτές οι επιστολές στο πέρασμά του από την Ευρώπη αλλά και σ’ όλη του τη ζωή.

Επόμενος σταθμός, να πείσει τη μητέρα του, η οποία εκείνη την εποχή έμενε με τη φρεσκοπαντρεμένη αδελφή του στο Γκλόστερ. Ήταν μια κακή χρονιά για την Αϊλίν: παρότι είχε πάρει διαζύγιο από τον Λούις εδώ και οκτώ χρόνια, η είδηση ότι εκείνος είχε παντρευτεί τη Μις Φράνσις Μέρι Κέις είχε οξύνει τη μοναξιά της αλλά και την υποβαθμισμένη υπόστασή της ως διαζευγμένης γυναίκας. (Μία ακόμα ταπείνωση ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα, όταν ο Λούις χρίστηκε ιππότης και η δεύτερη σύζυγός του ονομάστηκε λαίδη Φέρμορ.) Όταν ο Πάντι τής ανακοίνωσε ότι επρόκειτο να διασχίσει όλη την Ευρώπη μέσα στον χειμώνα, αισθάνθηκε να δέχεται ένα ακόμα καίριο χτύπημα. Ωστόσο, ένα κομμάτι του εαυτού της ήθελε να πειστεί: της άρεσε που μέσα του είχε την αίσθηση της περιπέτειας, κάτι που έδειχνε ότι ήταν περισσότερο δικός της γιος παρά του πατέρα του.

Ο ίδιος ο Πάντι δεν είχε αμφιβολίες, ούτε μία στιγμή δεν αναρωτήθηκε μην τυχόν και έκανε ένα τρομερό σφάλμα, παρότι σε όσους το ανακοίνωνε, προσπαθούσαν να τον μεταπείσουν, αν όχι να το ακυρώσει, τουλάχιστον να το αναβάλει. Έτσι κι αλλιώς, ο χειμώνας είχε μπει για τα καλά: γιατί να μην μείνει για τα Χριστούγεννα και να πάει την άνοιξη; Εκείνος όμως κατανοούσε τη σημασία που είχε η στιγμή: εάν δεν έφευγε τώρα που τον είχε καταλάβει ο ενθουσιασμός, κάτι άλλο θα έμπαινε στη μέση και τελικά δεν θα πήγαινε καθόλου. Αγόρασε ένα εισιτήριο για να περάσει στην Ολλανδία με ολλανδικό ατμόπλοιο, το Stadthouder Willem, το οποίο θα αναχωρούσε από τη Γέφυρα του Πύργου του Λονδίνου το απόγευμα του Σαββάτου, στις 9 Δεκεμβρίου του 1933.

Ο ταξιδιωτικός του σάκος
περιλάμβανε ακόμα μερικά μπλοκ σχεδίου,
σημειωματάρια, έναν αλουμινένιο κύλινδρο
γεμάτο μολύβια και τρία βιβλία: ένα μικρό
αγγλογερμανικό λεξικό, την «Ποιητική
Ανθολογία της Οξφόρδης» και τον πρώτο
τόμο από τις «Ωδές» του Οράτιου
στην έκδοση του Λόεμπ.

Τα περισσότερα από τα ρούχα που αγόρασε για το ταξίδι προέρχονταν από την αποθήκη στρατιωτικών ειδών του Μίλετ στη Στραντ. Το πιο σημαντικό αντικείμενο ήταν τα άρβυλα, τα οποία αργότερα ισχυρίστηκε ότι ήταν πολύ αναπαυτικά από την πρώτη μέρα και ότι του κράτησαν για όλο το ταξίδι. Επίσης αγόρασε ένα αμάνικο δερμάτινο τζάκετ με τσέπες, στις οποίες έβαζε διαβατήριο και χρήματα. Το παντελόνι που φορούσε για την κάθε μέρα ήταν αναπαυτικό παντελόνι ιππασίας που έφτανε έως λίγο πιο κάτω από το γόνατο, με το υπόλοιπο των ποδιών του να προστατεύονται από γκέτες από χοντρό μαλλί, οι οποίες κάλυπταν την περιοχή από την κάλτσα έως το γόνατο, όπου έδεναν με μια κολλητική ταινία («μολονότι σε ένα σύνταγμα ιππικού», παρατήρησε, «ξεκινούσες απ’ το γόνατο και έφτανες μέχρι κάτω»). Επίσης αγόρασε μια στρατιωτική χλαίνη (χοντρή και βαριά, η οποία όμως χρησίμευε και σαν στρώμα και σαν κουβέρτα) και έναν υπνόσακο, τον οποίο όμως έχασε σχεδόν αμέσως και τον οποίο δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να αντικαταστήσει. 

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (2013), σε μετάφραση Ηλία Μαγκλίνη. Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι από το αρχείο της Άρτεμις Κούπερ.

Ο ταξιδιωτικός του σάκος περιλάμβανε ακόμα μερικά μπλοκ σχεδίου, σημειωματάρια, έναν αλουμινένιο κύλινδρο γεμάτο μολύβια και τρία βιβλία: ένα μικρό αγγλογερμανικό λεξικό, την «Ποιητική Ανθολογία της Οξφόρδης» και τον πρώτο τόμο από τις «Ωδές» του Οράτιου στην έκδοση του Λόεμπ. Το τελευταίο ήταν δώρο της Αϊλίν, η οποία είχε ρωτήσει τον Πάντι τι θα ήθελε να του δωρίσει. Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου έγραψε ένα μικρό ποίημα του Πετρώνιου σε μετάφραση: είναι ένας από τους τρεις στίχους με τους οποίους ξεκινάει η «Εποχή της Δωρεάς».

Την πατρική σου γη αφήνοντας
γύρεψε ξενικά ακρογιάλια, παλικάρι
Καλύτερη μια τύχη σε προσμένει εκεί
Στα ενάντια μη λιγοψυχάς: τον απροσπέλαστο θα συναντήσεις Ίστρο
Τον παγερό βοριά και της Κανώπου το ατάραχο βασίλειο
Και όλους που τη γέννηση θωρούν του Φοίβου και το γέρμα…

Ο Λούις Φέρμορ ενημερώθηκε για τα σχέδια του Πάντι με μια επιστολή, λίγο πριν φύγει από την Αγγλία, έτσι ώστε όταν αυτή έφτανε στην Καλκούτα το ταξίδι να είχε ήδη ξεκινήσει. Όπως αποδείχθηκε, ο Λούις πήρε τα νέα καλύτερα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς: «Ίσως να ένιωσε ότι αυτή ήταν αρχή του τέλους του απόμακρου δεσμού που είχαμε και όντως έτσι έγινε». Ο Μαρκ Όγκιλβι-Γκραντ επιθεώρησε τον εξοπλισμό του, τον οποίο βρήκε ικανοποιητικό, με εξαίρεση το σακίδιό του. Ο Όγκιλβι-Γκραντ είπε ότι θα δάνειζε στον Πάντι το δικό του σακίδιο, το οποίο ήταν ενισχυμένο με τριγωνικό σκελετό και ημικυκλικό μεταλλικό υποστήριγμα για τη μέση και άρα πιο αναπαυτικό. Ήταν το ίδιο σακίδιο που ο Όγκιλβι-Γκραντ είχε πάρει μαζί του στο Άγιον Όρος το 1927, παρέα με τον Ντέιβιντ Τάλμποτ Ράις και τον Ρόμπερτ Μπάιρον – ένα ταξίδι που ο Μπάιρον είχε μεταφέρει στον Σταθμό, το βιβλίο που ο Πάντι πάντοτε έλεγε ότι τον είχε εμπνεύσει να μην περιοριστεί στην Κωνσταντινούπολη αλλά να ταξιδέψει και στην Ελλάδα.

Ο Πάντι έτρεξε ως την πύλη,
υποστηριζόμενος από τη μαγκούρα του
και κουβαλώντας το σακίδιο, και από
το κατάστρωμα χαιρέτησε τους φίλους του που
τον αποχαιρετούσαν από την κορυφή
του Τάουερ Μπριτζ.

Το πρωινό της 9ης Δεκεμβρίου ο Πάντι ξύπνησε με πονοκέφαλο – συνέπεια του αποχαιρετιστήριου πάρτι της προηγούμενης νύχτας. Πρώτα πήγε στο Κλίβεντεν Πλέις για να πάρει το διάσημο σακίδιο, μετά αγόρασε μια ψηλή, ξύλινη μαγκούρα από τη Σλόουν Σκουέρ. Από εκεί περπάτησε ως το Πέτι Φρανς για να παραλάβει το νέο του διαβατήριο.

Έφαγε το τελευταίο του γεύμα στο Λονδίνο με την κυρία Στιούαρτ, συντροφιά με τρεις φίλους: τον Τζέφρι Γκοντ, τον Τόνι Χολ και μια κοπέλα που λεγόταν Πρισίλα Ουίκαμ. Έβρεχε πολύ. Τον συνόδευσαν με ταξί ως το Τάουερ Μπριτζ και τον αποχαιρέτησαν χωρίς πολλά πολλά στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο Άιρονγκεϊτ Γουάρφ· δεν υπήρχε ούτε στιγμή για χάσιμο, διότι το Stadthouder Willem ήταν έτοιμο να σαλπάρει. Ο Πάντι έτρεξε ως την πύλη, υποστηριζόμενος από τη μαγκούρα του και κουβαλώντας το σακίδιο, και από το κατάστρωμα χαιρέτησε τους φίλους του που τον αποχαιρετούσαν από την κορυφή του Τάουερ Μπριτζ. Τότε, αφού ακούστηκε το βαρύ κροτάλισμα της άγκυρας και το σφύριγμα της σειρήνας, το Stadthouder Willem ανοίχτηκε στον Τάμεση.

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο «Πάτρικ Λη Φέρμορ – Μια περιπέτεια» της (προσωπικής φίλης του συγγραφέα) Άρτεμις Κούπερ και από το κεφάλαιο «Το Σχέδιο».

Επιμέλεια: Γιάννης Τζανετάκης
Πηγή: http://www.andro.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου