Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΡΕΨΑΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ



Η Ρωσία επίσημα ως κράτος σχετίζεται με το Ιόνιο και τα νησιά του ακριβώς στο γύρισμα του 18ου προς το 19ο αιώνα (1798-1800). Ήταν τότε που για πρώτη ίσως φορά η τσαρική Ρωσία συνεργάστηκε με την Οθωμανική αυτοκρατορία για να αποκρούσουν μαζί τον επικίνδυνο στρατιωτικά και προπάντων ιδεολογικά  Μ. Ναπολέοντα, καθώς είχε καταστεί με το στρατό του ο φορέας των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης έξω από τη Γαλλία. Έπρεπε, λοιπόν, τότε να απομακρυνθούν οι Γάλλοι από τα Επτάνησα, καθώς υπήρχε ο φόβος της διάδοσης των νεωτερικών ιδεών στη διπλανή τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Αλλά και καθώς ήταν τα Επτάνησα, λόγω της στρατηγικής τους σημασίας, ορμητήριο για οποιαδήποτε επακόλουθη επιχείρηση – εναντίον της Αιγύπτου, των Βαλκανίων και της Μαύρης Θάλασσας, ζωτικών χώρων της σουλτανικής και τσαρικής ηγεμονίας, υπήρχε ο φόβος να αλλάξει ο Ναπολέοντας το status quo της ευρύτερης περιοχής. Επιπλέον, εκείνη την εποχή η ρωσική αστική τάξη των εμπόρων, αν και αδύνατη πολιτικά, είχε αρχίσει να πιέζει την κρατική εξουσία για άνοιγμα προς τη μεσογειακή αγορά.


Ο Ρώσος αντιναύαρχος Φιοντόρ Φιοντόροβιτς Ουσακώφ ανέλαβε το 1798 την ευθύνη της εκστρατείας στη Μεσόγειο, έχοντας μαζί του τον κεφαλλονίτικης καταγωγής υποπλοίαρχο Γρηγόρη Μεταξά, ο οποίος είχε μπει στη ρωσική υπηρεσία από το 1785. Στα Ιόνια νησιά, που τότε, παρά τις αλλαγές των Γάλλων στην πολιτικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό τομέα, ταλαιπωρούνταν από σοβαρή οικονομική κρίση, εξαπολύθηκε προπαγανδιστική κίνηση από Ρώσους πράκτορες, οι οποίοι προφανώς αξιοποίησαν και το κοινό θρησκευτικό δόγμα με τους Επτανήσιους κατακρίνοντας τους «άθεους» Γάλλους. Ο ίδιος ο Ουσακώφ κυκλοφόρησε προκήρυξη, με την οποία καλούσε τους νησιώτες να τον στηρίξουν στην «απελευθέρωση», όπως έγραφε, των νησιών τους.
Η συνεργασία των δύο στόλων, του ρωσικού και του οθωμανικού, δεν παρουσίασε δυσκολίες.  Έτσι, ενωμένοι οι Ρωσότουρκοι εκδίωξαν τους δημοκρατικούς Γάλλους από τα Επτάνησα και από τους πρώτους μήνες του 1799 ανέλαβαν αυτοί ως νέοι κυρίαρχοι. Ήδη από τα τέλη Οκτωβρίου του 1798 η γαλλική φρουρά της Κεφαλονιάς είχε παραδοθεί στον Ουσακώφ και έπαιρνε στο νησί τη θέση της  η νέα τάξη πραγμάτων.  Σε όλα τα Επτάνησα αποκαταστάθηκε το παλιό αριστοκρατικό καθεστώς, που είχε καταργηθεί από τους Γάλλους. Τον Απρίλιο του 1799 οι αρχηγοί των δύο στόλων ανακοίνωσαν ότι τα Ιόνια νησιά θα αποτελούσαν ενιαίο κρατικό σχηματισμό με έδρα της κεντρικής κυβέρνησης την Κέρκυρα Η Γερουσία, αποτελούμενη από αντιπροσώπους όλων των νησιών, θα αναλάμβανε να συντάξει το προσωρινό Σύνταγμα της Πολιτείας, η οποία έμελλε να αποτελέσει το πρώτο αυτόνομο ελληνικό κρατικό μόρφωμα των νεότερων χρόνων. Κι αυτό ήταν το θετικό αποτέλεσμα αυτής της ρωσοτουρκικής επέμβασης. Πράγματι, το Μάρτιο του 1800 η Ρωσία και η Οθωμανική αυτοκρατορία υπόγραψαν τη Σύμβαση της Κων/πολης, με την οποία αποφασιζόταν ότι τα Ιόνια νησιά αποτελούσαν ενιαίο κράτος υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου.  Αφού, λοιπόν, τακτοποιήθηκε η νέα κατάσταση το καλοκαίρι του 1801 απέπλευσε από το Ιόνιο ο ρωσικός στόλος του Ουσακώφ με προορισμό τη Σεβαστούπολη της Κριμαίας.
Στη συνέχεια, όμως, η Επτάνησος Πολιτεία αντιμετώπισε προβλήματα, εξεγέρσεις κ.λπ., αλλά και τα συμφέροντα των δύο μέχρι τότε συμμάχων διαφοροποιήθηκαν. Έτσι, το 1807 με τη συνθήκη του Τίλσιτ μεταξύ Ρωσίας και Γαλλίας καταργήθηκε η Επτάνησος Πολιτεία και τα Ιόνια νησιά παραχωρήθηκαν στους, αριστοκρατικούς, τώρα, Γάλλους.
 Βέβαια, πολύ πριν ο ρωσικός στόλος του Ουσακώφ εμφανιστεί στο Ιόνιο, η Κεφαλονιά, οι Κεφαλονίτες είχαν «ανακαλύψει» τη Ρωσία. Οι δρόμοι τους διασταυρώνονταν γόνιμα και δημιουργικά.   Μερικές φορές η Ιστορία επιφυλάσσει ευχάριστες εκπλήξεις. Με τα παιχνίδια της διαμορφώνει  κάποιες βαθύτερες σχέσεις ανάμεσα στους κοινωνικούς σχηματισμούς, όπως έγινε  στην περίπτωση της Κεφαλονιάς και της Ρωσίας. Αν και διαφορετικά μεγέθη οι δυο αυτές γεωγραφικές αλλά και πολιτισμικές ενότητες - ένα νησί στα δυτικά όρια του ελληνισμού, κατακτημένο από τους Βενετούς, και στην άλλη άκρη μια αυτοκρατορία με επεκτατική πολιτική αλλά και ανοικτή σε νέες ιδέες και πρακτικές – βρήκαν ευκαιρίες να συναντηθούν.
Αρκετοί Κεφαλονίτες έφθασαν στη νότια Ρωσία, άλλοι προχώρησαν μέχρι τη Μόσχα και την Πετρούπολη. Θα αναφέρουμε σχεδόν επιγραμματικά κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις, που δείχνουν το εύρος των σχέσεων (βρισκόμαστε στο 17ο και 18ο αι.).

ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ (1659-1718)
Γεννήθηκε στο Ληξούρι και σπούδασε δίκαιο και ιατρική στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας στην Ιταλία. Συνδύασε το ιατρικό επάγγελμα με την περιήγηση. Ταξίδεψε στην τουρκοκρατούμενη τότε Ελλάδα, στην Κρήτη, όπου διορίστηκε αρχίατρος του Ισμαήλ πασά,  στην Κων/πολη, όπου τοποθετήθηκε γιατρός του ηγεμόνα της Βλαχίας Καντακουζηνού, στη Ρωσία, όπου διορίστηκε αρχίατρος του Μ. Πέτρου. Εκεί γρήγορα εντάχθηκε στον κύκλο των διανοουμένων και γνωρίστηκε με τους αδελφούς Λειχούδη. Μετά τη Ρωσία επέστρεψε στη γενέτειρα, για να ξαναφύγει περιπλανώμενος στη Σερβία, στη Σμύρνη, στην Αλεξάνδρεια και να καταλήξει στη Βενετία και την Πάντοβα, όπου και πέθανε, έχοντας αφήσει αξιόλογα συγγράμματα. Υπογραμμίζουμε εδώ τη συμβολή του στην καθιέρωση, για πρώτη φορά, μιας μεθόδου εμβολιασμού κατά της ευλογιάς.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΚΙΑΔΑΣ (1698-1796)
Γεννήθηκε στο Αργοστόλι, πήγε στην Ιταλία  για νομικές και φιλοσοφικές σπουδές, ενώ ασχολήθηκε ο ίδιος και με την ιστορία και φιλολογία.. Γι’ αυτό και επισκέφθηκε βιβλιοθήκες και αρχεία στην Ιταλία, Γερμανία, Δανία και Δακία. Στην τελευταία συναντήθηκε με τον Μ. Πέτρο, ο οποίος τον προσκάλεσε στη Ρωσία. Εκεί διαδέχτηκε τον Σωφρόνιο Λειχούδη στη διδασκαλία στη Σλαβο-γραικο-λατινική  Ακαδημία της Μόσχας, ερεύνησε ρωσικά αρχεία και διατύπωσε αναμορφωτικά υπέρ της ρωσικής παιδείας μέτρα. Παντρεύτηκε ρωσίδα πριγκίπισσα και πέθανε στη Μόσχα.

ΠΕΤΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ (1726-1796)
 Γεννημένος στη Ρωσία, όπου ήταν εγκατεστημένος ο πατέρας του, σπούδασε μηχανική στη Μόσχα και φυσική και μαθηματικά στο Παρίσι, αλλά τελικά ακολούθησε τη στρατιωτική σταδιοδρομία. Πήρε μέρος σε αρκετούς πολέμους, αναδιοργάνωσε το πυροβολικό και ασχολήθηκε με οχυρωματικά έργα. Έφθασε μέχρι το βαθμό του στρατηγού του ρωσικού πυροβολικού. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του παραγκωνίστηκε από τον τσάρο. Ωστόσο, καθοριστικής σημασίας  θεωρείται η συμβολή του, όταν μαζί με τον Μαρίνο Χαρμπούρη βοήθησε τον ελληνικής καταγωγής αξιωματικό του ρωσικού στρατού Γεώργιο Παπαζώλη να πείσει τους αδελφούς Ορλώφ για το ενδεχόμενο επανάστασης στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. – Πρόκειται για τα λεγόμενα Ορλωφικά το 1770, που ναι μεν κατέληξαν σε στρατιωτική αποτυχία και σε άγριες σφαγές των επαναστατημένων Πελοποννησίων από τους Τουρκαλβανούς, κατέστρεψαν  όμως οι Ρώσοι τον οθωμανικό στόλο του  Αιγαίου και διπλωματικά ευνοήθηκαν οι υπόδουλοι Έλληνες τέσσερα χρόνια αργότερα με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774).
 Και τώρα θα σταθούμε περισσότερο σε δυο σημαντικότατες περιπτώσεις, στον Μαρίνο Χαρμπούρη και στους αδελφούς Λειχούδη. Χρονολογικά προηγούνται οι Λειχούδες, αλλά εμείς θα τους αφήσουμε για το τέλος, μια και σε αυτούς είναι αφιερωμένη η αποψινή εκδήλωση.

ΜΑΡΙΝΟΣ ΧΑΡΜΠΟΥΡΗΣ (1729-1782)
Πρόκειται για το μεγαλοφυή Κεφαλονίτη μηχανικό, ο οποίος το 1770 μετέφερε βράχο 2000 τόνων σε απόσταση 20 χιλιομέτρων από τους βάλτους της Φιλανδίας στην Πετρούπολη, πάνω στον οποίο ο διάσημος Γάλλος γλύπτης Falconet τοποθέτησε το περίφημο άγαλμα του έφιππου Μεγάλου Πέτρου στην πλατεία της Αγίας Πετρούπολης.
Γεννήθηκε στο Αργοστόλι. Μαζί με τον αδελφό του Μάρκο (μετέπειτα σπουδαίο χημικό) ακολούθησαν στη Βενετία τον κατά επτά έτη μεγαλύτερο αδελφό τους Ιωάννη-Βαπτιστή, διάσημο γιατρό και ερευνητή.  Σπούδασε μαθηματικά στην Μπολώνια, αλλά όντας ο ίδιος αυθόρμητος και ενθουσιώδης, οδηγήθηκε σε νεανικό παραστράτημα, γι’ αυτό και έφυγε κυνηγημένος από την Ιταλία για τη Βιέννη. Όταν όμως έμαθε ότι επικηρύχθηκε από τη βενετική διοίκηση,  άλλαξε όνομα (δηλωνόταν ως Λάσκαρης), περιπλανήθηκε και τελικά εγκαταστάθηκε στην Αγία Πετρούπολη.
 Με τη στήριξη του Κεφαλονίτη στρατηγού Πέτρου Μελισσηνού  τοποθετήθηκε αξιωματικός στο σώμα Μηχανικών της Αικατερίνης της Μεγάλης. Εκείνη την περίοδο η τσαρίνα Αικατερίνη, μέσα στο πνεύμα του αναγεννημένου ρωσικού εθνικισμού, συνέλαβε την ιδέα ενός μεγαλόπρεπου αγάλματος του Μεγάλου Πέτρου, με γλύπτη τον Γάλλο Falconet – «εφάμιλλον του Φειδία» τον είχε χαρακτηρίσει ο Diderot.  O γλύπτης υποστήριζε ότι καθετί σε αυτό το μνημείο έπρεπε να είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο: ο τσάρος έπρεπε να φαντάζει μεγαλειώδης και έφιππος, καλπάζοντας πάνω σ’ έναν τεράστιο βράχο-λόφο και ποδοπατώντας ένα φίδι, να συγκρατεί με στιβαρότητα και αυτοπεποίθηση το άλογο, ενώ με το άλλο χέρι να χαιρετά με μια καθησυχαστική κίνηση το λαό του.
   Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν η πέτρινη βάση του αγάλματος: ο Falconet σκεφτόταν να συνδέσει 6-10 κομμάτια μεγάλων βράχων μεταξύ τους με σιδερένιους ή μπρούντζινους συνδέσμους, αλλά ο Χαρμπούρης αντέτεινε, και εύλογα, ότι σε σύντομο διάστημα, λόγω της διάβρωσης των συνδέσμων, η βάση του αγάλματος θα παρουσίαζε άθλια εικόνα, ασυμβίβαστη προς το μεγαλόπρεπο άγαλμα. Αλλά πού να βρεθεί ένας τόσο μεγάλος ενιαίος βράχος, και κυρίως πώς να μεταφερθεί στην Πετρούπολη;
 Στο πρόβλημα, λοιπόν, αυτό ήρθε να δώσει τη λύση ο  Χαρμπούρης. Ευτυχώς, η Μ. Αικατερίνη φάνηκε διορατική και του έδωσε την εντολή  να λύσει το πρόβλημα. Εντοπίστηκε ο κατάλληλος ογκόλιθος, ένας γρανίτης στους βάλτους της Φιλανδίας, και ο Χαρμπούρης, επιστρατεύοντας βέβαια εκατοντάδες εργάτες και δαπανώντας σοβαρά χρηματικά ποσά, επινόησε μεγαλοφυείς τεχνικές και έδωσε πρωτότυπες λύσεις,  πραγματώνοντας έτσι κάτι που υπερέβαινε τις ανθρώπινες δυνάμεις και ήταν ανώτερο των μέσων της τότε μηχανικής επιστήμης. Δε θα σταθώ στις λεπτομέρειες αυτού του εγχειρήματος. Θα αφήσω να τα πει η βιντεοταινία που θα δούμε αμέσως τώρα. Είναι μια αναπαράσταση, μετά από σοβαρή μελέτη όλων των δεδομένων, που έγινε από τον ομότιμο σήμερα καθηγητή του Μετσόβιου Πολυτεχνείου Θεοδόση Τάσιο. [Προβάλλεται η ταινία].
 Εφτά χρόνια μετά το επίτευγμά του και αφού πέθανε η γυναίκα του, αποφάσισε ο Χαρμπούρης να φύγει μαζί με τα παιδιά του από τη Ρωσία. Το πλοίο στο οποίο επέβαιναν ναυάγησε στη Βαλτική και όχι μόνο έχασε όλα τα υπάρχοντά του αλλά πνίγηκε και το ένα του παιδί. Έφθασε στο Παρίσι, όπου φιλοξενήθηκε από το μεγαλύτερο αδελφό του. Εκεί έγραψε ένα βιβλίο για το ζήτημα της μεταφοράς του βράχου. Στο μεταξύ, γνώρισε μια Γαλλίδα εταίρα, σπούδασε αγρονομία, γεωπονική δηλαδή, και συνδέθηκε φιλικά με ένα Γάλλο γεωπόνο.
  Αν και είναι ήδη 50 χρονών, τολμά και κάνει μια νέα αρχή στη ζωή του. Επιστρέφει το 1779 στην Κεφαλονιά με τη νέα σύζυγό του και το φίλο του γεωπόνο και  σχεδιάζει τώρα να εφαρμόσει πρότυπες καλλιέργειες στο Λιβάδι. Αφού του παραχωρήθηκε η έκταση από τις βενετσιάνικες αρχές, την αποξήρανε με πρωτοποριακές μεθόδους, έφερε και εγκατάστησε εργάτες από τη Μάνη και άρχισε να καλλιεργεί βαμβάκι, λουλάκι και ζαχαροκάλαμο με επιτυχία. Δεν είχαν συμπληρωθεί τρία χρόνια καλλιέργειας του Λιβαδιού, όταν μια μεταμεσονύκτια ώρα του Απριλίου του 1782 ο Χαρμπούρης,  το υπηρετικό προσωπικό και ο φίλος του γεωπόνος δολοφονήθηκαν μέσα στις κατοικίες τους στο Λιβάδι, ενώ από τύχη επέζησε η σύζυγός του, η οποία μετά από την ανάρρωσή της εγκατέλειψε την Κεφαλονιά και εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα. Έχει καταγραφεί η περιγραφή της δολοφονίας από τον Σουηδό διπλωμάτη Pehr Olof von Asp, στον οποίο 14 χρόνια μετά από το γεγονός την αφηγήθηκε η χήρα του Χαρμπούρη.
Ποιοι, αλήθεια, ήταν οι δολοφόνοι; Ποιοι και γιατί έφθασαν στην ενέργεια αυτή; Έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις: ήταν, λέει μια άποψη, οι Μανιάτες εργάτες του Χαρμπούρη, που είχαν αγανακτήσει εναντίον του, επειδή τους καθυστερούσε τις πληρωμές τους· ήταν, ισχυρίζεται μια δεύτερη άποψη, οι κτηνοτρόφοι της περιοχής, οι οποίοι, εξοργισμένοι λόγω της αξιοποίησης του Λιβαδιού, έβλεπαν να αχρηστεύεται η έκταση εκείνη για τη βόσκηση των ζωντανών τους· ήταν, αναφέρει μια τρίτη άποψη, πράκτορες της βενετικής διοίκησης, καθώς η τελευταία δυσανασχετούσε με τη συμπεριφορά του Χαρμπούρη, ο οποίος δεν έκρυψε ποτέ τη συμπάθειά του και τη στήριξή του στη Ρωσία. Έφταιγε ίσως και ο κακότροπος χαρακτήρας του Χαρμπούρη, έφταιγε και η απόσυρση της φρουράς που η τοπική διοίκηση είχε εγκαταστήσει το προηγούμενο διάστημα στο Λιβάδι, ενώ ως ηθικοί αυτουργοί χαρακτηρίστηκαν και κάποιοι γειτονικοί κτηματίες. Πάντως, η τότε εισαγγελική αρχή θεώρησε ως δολοφόνους τους Μανιάτες εργάτες, επειδή προσπάθησαν να αναχωρήσουν από την περιοχή αμέσως μετά την αποτρόπαια εκείνη πράξη. Αυτοί, τελικά, θα συλληφθούν, θα δικαστούν και θα καταδικαστούν, η Κεφαλονιά όμως θα έχει χάσει μια μεγαλοφυΐα, που θα έδινε μια άλλη όψη στο Λιβάδι. Μετά τη δολοφονία του Χαρμπούρη το Λιβάδι επέστρεψε στην προγενέστερη βαλτώδη μορφή του.

ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΕΙΧΟΥΔΗ
ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ (1633-1717) ΚΑΙ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ (1652- 1730)
  Οι αδελφοί Ιωαννίκιος (κατά κόσμον Ιωάννης) και Σωφρόνιος (κατά κόσμον Σπυρίδων) Λειχούδη έχουν συνδεθεί άρρηκτα με την πνευματική αναγέννηση της Ρωσίας του τελευταίου τέταρτου του 17ου και των πρώτων δεκαετιών του 18ου αιώνα, καθώς υπήρξαν οι ιδρυτές και οι πρώτοι δάσκαλοι της Σλαβο-γραικο-λατινικής Ακαδημίας της Μόσχας, του πρώτου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της Ρωσίας. Δίδαξαν αρχαία ελληνικά και λατινικά αλλά και νέα ελληνικά και ιταλικά, θεμελίωσαν τις ανθρωπιστικές σπουδές και συνέγραψαν τα πρώτα εγχειρίδια. Ουσιαστικά μετακένωσαν στη Ρωσία το ιδεώδες της ευρωπαϊκής Αναγέννησης, ενώ υπερασπίστηκαν με επιμονή την ορθόδοξη πίστη απέναντι στους καθολικούς και προτεστάντες.
 Γεννήθηκαν στο Ληξούρι, κοντά στο Ποτάμι, πρώτα ο Ιωαννίκιος και έπειτα από 22 χρόνια ο Σωφρόνιος. Μετά τα εγκύκλια μαθήματά τους στη γενέτειρα, σπούδασαν στη Βενετία και την Πάδοβα λατινικά, φιλοσοφία και θεολογία. Επιστρέφοντας στην Κεφαλονιά, επιδόθηκαν στη διδασκαλία, ενώ ο Σωφρόνιος γύρω στο 1675 δίδαξε στη Σχολή της Άρτας και αργότερα στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Το 1683 βρίσκονται στην Κων/πολη, όπου γνωρίστηκαν με τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεο. Με πρωτοβουλία του τελευταίου και με τη σύμφωνη γνώμη των τεσσάρων πρεσβυγενών πατριαρχών οι αδελφοί Λειχούδη θα ξεκινήσουν για τη Μόσχα, προκειμένου να υλοποιηθεί παλαιό αίτημα των ρωσικών εκκλησιαστικών και πολιτικών αρχών για ίδρυση ανώτατου πνευματικού- εκπαιδευτικού ιδρύματος με τη συνδρομή λογίων από την Ορθόδοξη Ανατολή.
 Μετά από πολλές περιπέτειες έφθασαν στη Μόσχα στις αρχές του 1685 και με απόφαση της τσαρικής αρχής εγκαταστάθηκαν στη Μονή Θεοφανείων, όπου άρχισαν το διδακτικό τους έργο. Η 1η Ιουλίου 1685 θεωρείται η χρονολογία έναρξης της λειτουργίας της Σλαβο-γραικο-λατινικής Ακαδημίας, παρ’ όλο που η ονομασία αυτή παρουσιάζεται αργότερα, και παρ’ όλο που μετά από δυο περίπου χρόνια, το φθινόπωρο του 1687, θα στεγαστεί  στο δικό της τριώροφο πέτρινο κτίριο. Από ποικίλο αρχειακό υλικό, κυρίως χειρόγραφά τους και αντίγραφα των μαθητών τους, γνωρίζουμε τα μαθήματα που δίδασκαν: γραμματική και ποιητική στην ελληνική, ρητορική, λογική και φυσική στην ελληνική και λατινική αλλά και ελληνικά, λατινικά, ιταλικά και σλαβικά. Αναμφίβολα, οι δύο Κεφαλονίτες λόγιοι μετέφεραν στην Ακαδημία της Μόσχας το πνεύμα της δυτικής πολιτιστικής παράδοσης. Μαθητές τους ήταν γόνοι πριγκίπων και βογιάρων, κληρικοί αλλά και άποροι νέοι. Αρκετοί, μάλιστα, από αυτούς υπήρξαν στη συνέχεια από τους σημαντικότερους συνεργάτες του Μ. Πέτρου, που υλοποίησαν τις μεταρρυθμίσεις του «ευρωπαϊστή», θα λέγαμε, τσάρου.
 Από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους στη Μόσχα οι αδελφοί Λειχούδη ενεπλάκησαν στη θεολογική διαμάχη, που εκείνη την περίοδο ταλάνιζε τους θεολογικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους της Ρωσίας. Η Μόσχα του 2ου μισού του 17ου αι. ήταν θέατρο θεολογικών ζυμώσεων και συγκρούσεων, καθώς ο καθολικισμός και ο προτεσταντισμός είχαν εισχωρήσει στα ορθόδοξα στρώματα, ενώ ταυτόχρονα όλη αυτή η κατάσταση έφερνε σε αντιπαράθεση τη φιλολατινική και φιλελληνική πτέρυγα των εκπροσώπων της Ρωσικής Εκκλησίας. Ιδιαίτερα πολωμένη ήταν η σχέση με τους Πολωνοκαθολικούς κύκλους, οι οποίοι διαπίστωναν ότι όσο ο Ιωαννίκιος και ο Σωφρόνιος μόρφωναν και κατηχούσαν τους Ρώσους, αυτοί δεν θα είχαν τη δυνατότητα να αποσπάσουν τη Μόσχα από τον ορθόδοξο χώρο. Η αντιπαράθεση, μάλιστα, είχε φθάσει μέχρι και του σημείου να απειλείται η ζωή των δύο Κεφαλονιτών ιερωμένων. Η προσφορά τους, πάντως, στον τομέα της θεολογικής διαμάχης θεωρείται ανεκτίμητη, καθώς συνέγραψαν αρκετά έργα, που αμέσως μεταφράστηκαν στα ρωσικά από τους μαθητές τους, αντιγράφηκαν από ορθόδοξους μοναχούς και χρησιμοποιήθηκαν για πολλά χρόνια στον αγώνα της Ορθοδοξίας κατά των άλλων δογμάτων και θρησκευτικών ρευμάτων.
Ο νέος, όμως,  πατριάρχης Μόσχας Αδριανός αλλά και η μεταστροφή εναντίον τους του πρώην προστάτη τους πατριάρχη Ιεροσολύμων οδήγησαν τους αδελφούς Λειχούδη στην απομάκρυνσή τους από την Ακαδημία και τον περιορισμό τους στη Μονή του Αγίου Υπατίου στην επαρχία Κοστρώμα το 1694, όπου βέβαια αφοσιώθηκαν στη συγγραφή απολογητικών μελετών. Το 1706 ο μητροπολίτης του Νόβγκοροντ καλεί τους Λειχούδες να τον βοηθήσουν στην ίδρυση και λειτουργία ελληνικής κατεύθυνσης σχολής κατά τα πρότυπα της Ακαδημίας της Μόσχας. Μετά, βέβαια, από μερικά χρόνια αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις τους με την εκκλησιαστική ηγεσία και μπόρεσαν να επιστρέψουν στη Μόσχα. Ο Ιωαννίκιος πέθανε το 1717 και τάφηκε κοντά στην Ακαδημία, ο αδελφός του μάλιστα του συνέθεσε και επιτύμβιο ελληνοσλαβικό επίγραμμα. Ο Σωφρόνιος, στο μεταξύ, επανήλθε στην παλαιά θέση του δασκάλου στην Ακαδημία μέχρι το 1722 και παράλληλα συνέχισε το συγγραφικό του έργο. Να σημειωθεί εδώ ότι στη θέση του στην Ακαδημία τον διαδέχτηκε ένα άλλος λόγιος Κεφαλονίτης, ο Αθανάσιος Σκιαδάς, τον οποίο προφανώς θα υπέδειξε ο ίδιος ο Σωφρόνιος. Τιμήθηκε από τον τσάρο Μ. Πέτρο και τον πατριάρχη Μόσχας. Πέθανε το 1730 και τάφηκε στη Μονή Νοβοσπάσσκι.
Τα συγγράμματα των δύο λογίων Κεφαλονιτών κληρικών είναι πολλά. Διαιρούνται στα διδακτικά βιβλία (Γραμματική, Ποιητική, Ρητορική, Λογική, Φυσική) και στα απολογητικά έργα (μελέτες κατά των ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντικών απόψεων, κατά των Ιησουιτών , κείμενα κηρυγμάτων). Ασχολήθηκαν επίσης με τη μετάφραση έργων μεγάλης σημασίας για το ρωσικό πολιτισμό από τα ελληνικά, τα λατινικά και τα ιταλικά  στα σλαβικά και τα ρωσικά, από λειτουργικά κείμενα μέχρι επιστημονικά συγγράμματα. Αξιοσημείωτη είναι η συμμετοχή του Σωφρόνιου στη διόρθωση της μετάφρασης της Βίβλου στα εκκλησιαστικά σλαβικά.
 Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ο καθοριστικός ρόλος του Σωφρόνιου στη δημιουργία μιας ρωσικής φιλολογικής γλώσσας, η ύπαρξη της οποίας ήταν βασική προϋπόθεση για τον εξευρωπαϊσμό και εκσυγχρονισμό της Ρωσίας με βάση τα αναγεννησιακά πρότυπα. Μετέφρασε από τα λατινικά στην απλή ρωσική γλώσσα τη «Γενική Γεωγραφία» του Bernardus Varenius, που αποτελεί το πρώτο έντυπο βιβλίο στη ρωσική φιλολογική γλώσσα και το πρώτο μεταρρυθμιστικό βήμα του Μ. Πέτρου στον τομέα της γλώσσας.
Αναμφισβήτητα η συμβολή των αδελφών Λειχούδη από το Ληξούρι της Κεφαλονιάς στο ρωσικό πολιτισμό παραμένει πρωτοποριακή και καθοριστική. Γι’ αυτό δίκαια έχουν χαρακτηριστεί από τη ρωσική έρευνα δάσκαλοι και παιδαγωγοί της Ρωσίας.
Το συγγραφικό έργο των αδελφών Λειχούδη παραμένει ανέκδοτο σε δεκάδες χειρόγραφα διάσπαρτα σε όλο σχεδόν τον κόσμο (Μόσχα, Αγία Πετρούπολη, Ιρκούτσκ, Κίεβο, Οδησσός, Αθήνα, Άγιο Όρος, Πάτμος Κοπεγχάγη κ.α.). Έχει βέβαια ξεκινήσει η μελέτη τους από Ρώσους κυρίως πανεπιστημιακούς και ερευνητές, όπως οι B. L. Fonkic,  ο οποίος μάλιστα συντονίζει μια πλειάδα μεταπτυχιακών φοιτητών και μεταδιδακτορικών επιστημόνων, A. I. Rogov, M. M. Kopylenko, A. M. Pancenko, ενώ σημαντικότατη παραμένει η συμβολή του διδάκτορα Δημήτρη Γιαλαμά, μορφωτικού συμβούλου της ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα.
 Στην επιστημονική ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα την 1η Ιουνίου 2007, με την ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων του αγάλματος των αδελφών Λειχούδη στη ρωσική πρωτεύουσα, εμείς παρουσιάσαμε δύο ανέκδοτα χειρόγραφα φυλλάδια, τα οποία βρίσκονται στην Ιακωβάτεια Βιβλιοθήκη (στο αρχείο των Τυπάλδων-Ιακωβάτων) και αναφέρονται στη ζωή και τη δράση των δύο λογίων αδελφών  στη Μόσχα,  στο συγγραφικό τους έργο και σε μια γενικότερη αποτίμηση της προσφοράς τους στην παιδεία και την ορθοδοξία της Ρωσίας. Δε θα επεκταθώ περισσότερο. Επισημαίνω μόνο ότι πρόκειται για αξιολογότατο γραπτό μνημείο, το οποίο μας δίνει αρκετές νέες πληροφορίες, άγνωστες έως τώρα από άλλες πηγές, και διατυπώνει ενδιαφέρουσες εκτιμήσεις για πρόσωπα και γεγονότα εκείνης της περιόδου, που σχετίστηκαν με τους Λειχούδες.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πώς σκέφτονται η Πολιτεία γενικότερα και οι τοπικές πολιτικές/αυτοδιοικητικές και εκκλησιαστικές αρχές του νησιού ειδικότερα να ξανακρατήσουν το νήμα που  από το 17ο αιώνα συνέδεσε την Κεφαλονιά με τη Ρωσία. Με ποιους τρόπους δηλαδή μπορούμε να ξαναβρεθούμε οι δυο αυτές πλευρές σε κοινές δράσεις και επιδιώξεις. Νομίζω, ωστόσο, ότι η λογική της ανάπτυξης ενός τόπου δε σχετίζεται μόνο ή και αποκλειστικά με οικονομικά μεγέθη, τουριστικά προγράμματα κ.λπ., αλλά υπάρχει και η δυνατότητα επενδύσεων στην υποδομή της πολιτιστικής δημιουργίας, ώστε να τεθούν οι βάσεις της συνέχειας με ένα πράγματι γόνιμο παρελθόν.
Δεν μπορώ, λοιπόν, να ξέρω, τι σκέφτονται οι αρμόδιοι. Μπορώ, όμως, να σας βεβαιώσω ότι  το τοπικό επιστημονικό δυναμικό έχει ήδη αναπτύξει σχέσεις και επαφές με το αντίστοιχο της Ρωσίας: Με πρόσκληση της Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών ήρθε στο Αργοστόλι και μίλησε στο Ε΄ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο (1986) ο Ρώσος πανεπιστημιακός καθηγητής B. L. Fonkic, ενώ στην επιστημονική περιοδική έκδοση της Εταιρείας «Κεφαλληνιακά Χρονικά» έχουν φιλοξενηθεί μελέτες για τους αδελφούς Λειχούδη· το περιοδικό του Σενδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης «Κυμοθόη» έχει φιλοξενήσει σε δυο του τεύχη αντίστοιχες μελέτες προερχόμενες από τη σύγχρονη Ρωσία: η μια υπογράφεται από Ρωσίδα καθηγήτρια στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Λομονόσωφ της Μόσχας, την Irina Tsesorukova,  και η άλλη από μεταπτυχιακή τότε φοιτήτρια του Ελληνικού Ινστιτούτου του Πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης, την Anna Borisova. Ταυτόχρονα, τα δύο παραπάνω κεφαλονίτικα επιστημονικά περιοδικά κοσμούν τις βιβλιοθήκες των πανεπιστημίων της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης.  Είναι κι αυτό μια σύγχρονη διάσταση των σχέσεων μεταξύ Κεφαλονιάς και Ρωσίας. Λέτε να ενεργοποιήθηκε στην περίπτωση αυτή εκείνο το παλαιό υπόγειο ρεύμα παιδείας και πολιτισμού του 17ου και 18ου αιώνα;

ΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Καραθανάσης Αθαν., «Ιωαννίκιος και Σωφρόνιος αδελφοί Λειχούδη. Βιογραφικές σημειώσεις από νεώτερες έρευνες», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 2 (1977), σσ. 179-194.
Λάσκαρις Αλέξανδρος, «Ιστορική έποψις περί της εν Μόσχα Ελληνικής Ακαδημίας κατά τον ΙΖ΄ και ΙΗ΄ αιώνα, ήτοι περί των αδελφών Λειχουδών Ιωαννικίου και Σωφρονίου», Περιοδικόν του εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, τόμ. Β΄ (1864), σσ. 24-44.
Λοβέρδος Κωστής Ιωάννης, Ιστορία της νήσου Κεφαλληνίας, Δοκίμιον συγγραφέν ιταλιστί. Εξελληνισθέν υπό Π. Κ. Γρατσιάτου [...], εν Κεφαλληνία 1888.
Μαζαράκης Άνθιμος, Βιογραφίαι των ενδόξων ανδρών της νήσου Κεφαλληνίας, εν Βενετία 1843.
Μοσχονάς Νίκος, «Η ρωσοτουρκική επίθεση και κατοχή. Η Επτάνησος Πολιτεία
(1800-1807)», στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΑ΄, Εκδοτική Αθηνών,
Αθήνα 1975,σσ. 389-400.  Μοσχόπουλος Γεώργιος, Ιστορία της Κεφαλονιάς, τόμοι Α΄ και Β΄, Αθήνα 1985 και 1988.
Μοσχόπουλος Γεώργιος, «Εισαγωγικά – Συνοπτικό ιστορικό πλαίσιο της “Επτανήσου Πολιτείας”», στα Πρακτικά του Συνεδρίου «Επτάνησος Πολιτεία (1800-1807),  (Αργοστόλι, 28-31 Οκτ. 2000), Αργοστόλι 2003, σσ. 25-29.
Μοσχόπουλος Γεώργιος, «Μια ανέκδοτη επιστολή (γραμμένη στη Μόσχα) των λογίων Ιωαννικίου και Σωφρονίου Λειχουδών (1709)», Θησαυρίσματα , τόμ. 34, Βενετία 2004, σσ. 349-359.
Μπεριάτος Ηλίας, «Κεφαλονίτες ανάμεσα στους πρώτους Έλληνες τεχνικούς επιστήμονες», Η Κεφαλονίτικη πρόοδος, τχ. 39-40, σσ. 67-70.
Μπούκας Ανδρέας, «Η στυγερή δολοφονία του Μαρίνου Χαρβούρη – Από το Ημερολόγιο του Pehr Olof von Asp», Περγαμηνή, τχ. 31 (Δεκ. 2001- Φεβρ. 2002), σσ. 25-39.
Παπαστράτου Ντόρη, «Οι αδελφοί Λειχούδες στη Πολωνία», Ο Ερανιστής, τόμ. 14 (1977), σσ. 282-291.
Παπουλίδης Κων/νος, «Οι αδελφοί Λειχούδαι», Γρηγόριος Παλαμάς, τόμ. 53 (1970), σσ. 330-340.
Πεντόγαλος Γεράσιμος, «Ιωάννης (Ιωαννίκιος) και Σπυρίδων (Σωφρόνιος) Αδελφοί Λυκούδη (Λειχούδαι). Βιογραφικά και άλλα (1654-1683)», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 11 (2008), Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Η. Πεντόγαλο, σσ. 37-61.
Πετράτος Πέτρος, «Ανέκδοτο χειρόγραφο από το Αρχείο Τυπάλδων-Ιακωβάτων στο Ληξούρι Κεφαλονιάς για τη δράση των αδελφών Λειχούδη στη Ρωσία», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 11 (2008), Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Η. Πεντόγαλο, σσ. 261-272.
Σάθας Κ., Νεοελληνική Φιλολογία. Βιογραφίαι των εν τοις Γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων από της καταλύσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι της Ελληνικής Εθνεγερσίας (1453-1821), Αθήναι 1868.
Τσιτσέλης Ηλίας, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τόμ. Α΄, εν Αθήναις 1904.
Fonkic B., «Νέα στοιχεία για τη ζωή και το έργο των αδελφών Λειχούδη», Πρακτικά Ε΄ Πανιονίου Συνεδρίου (Αργοστόλι – Ληξούρι, 17-21 Μαΐου 1986), τόμ. 1 (1989), 227-239.
Υalamas Dimitris, «The Students of the Leichoudis Brothers at the Slavo-Graeco-Latin Academy of Moscow», Cyrillomethodianum, XV-XVI, (Θεσ/νίκη 1991-1992), σσ. 113-144.        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου