Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

ΈΝΑΣ ΈΛΛΗΝΑΣ ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΕΞΙΣΤΟΡΕΙ ΤΗ ΘΡΥΛΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΛΙΜΠΕΡΤΥ




Η 25η Ιουνίου έχει καθιερωθεί από το Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ), το 2010, ως η μέρα που εορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα για τον Ναυτικό. Η Παγκόσμια Ημέρα για τον Ναυτικό αποτελεί μία καλή αφορμή να αναλογιστούμε όλοι πως οι ναυτικοί μας αποτελούν το πιο ζωντανό κύτταρο της ναυτιλίας, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στο παγκόσμιο εμπόριο, την παγκόσμια οικονομία αλλά και στην κοινωνία των πολιτών.

Για την ζωή εν πλω του Έλληνα Ναυτικού την εποχή που η ελληνική ναυτιλία εισερχόταν στην περίοδο της ανασυγκρότησης και μεγέθυνσής της, μετά την καταστροφή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μιλά ο Διονύσης Σ. Χριστοφοράτος, που υπηρέτησε στα Λίμπερτυ, σε αυτά τα «ευλογημένα πλοία» που όχι μόνο έδωσαν δουλειά σε εκατοντάδες Έλληνες ναυτικούς αλλά και φύσηξαν, σαν άλλος Αίολος, ούριο άνεμο στα «πανιά» της ελληνικής ναυτιλίας.

Ο συνταξιούχος ναυτικός, Διονύσης Σ. Χριστοφοράτος, θυμάται:
Εγεννήθηκα το 1931 στο χωριό Φάρσα της Κεφαλονιάς, κι όπως ο πατέρας μου και τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια μου ήτανε ναυτικοί, έβγαλα κι εγώ φυλλάδιο το 1948 στην Πάτρα, και πήγα στα καΐκια.

Υπηρέτησα στο ναυτικό αρμενιστής κι όταν απολύθηκα το 1956 μπαρκάρισα ναύτης με το πλοίο «Hellenic Torche» του Καλλιμανόπουλου. Το πήρα από το Νιουκάστλ, στην Αγγλία. Μετά μπαρκάρισα με το Λίμπερτυ «Caldwell» στη Νέα Υόρκη. Ήταν αμερικάνικης ιδιοκτησίας, με σημαία Πάναμα και 23 λατσιόνες μέσα.  Ο καπετάνιος ήτανε Γερμανός. Ο γραμματικός ήτανε από την Κορσική.  Ήτανε και δύο Έλληνες, ένας από την Κρήτη, λαδάς, κι ένας τρίτος μηχανικός από τις Κυκλάδες. Αυτά ήτανε παιδιά της Αμερικής, οι οποίοι εξέρανε και εγγλέζικα. Είχε Ιταλούς, είχε έναν Ιάπωνα, είχε Σπανιόλους, Πορτογέζους και από την Τζαμάικα.

Από την Αμερική ήρθα επιβάτης με το «Τουρκία» του Καλλιμανόπουλου, μια και έπαιρνε 10 επιβάτες, στον Πειραιά. Μετά μπαρκάρισα με το Λίμπερτυ «Betavista» του Ιατρού.  Όταν εξεμπαρκάρισα στο Ρότερνταμ, εμπαρκάρισα με το Λίμπερτυ «Άγιοι Βίκτωρες» του Χατζηπατέρα για την Αμερική. Και κάνω δυο ταξίδια με αυτό το Λίμπερτυ και πάλι ξεμπαρκάρω εκεί. Και επέστρεψα στον Πειραιά με δικά μου λεφτά, γιατί τότες έπρεπε να έχεις συμπληρώσει έναν χρόνο για να σου κάνει τα έξοδα η εταιρεία.

Μετά μπαρκάρισα με το Λίμπερτυ «Έφη ΙΙ» του Καρέλλα  και στη συνέχεια με το Λίμπερτυ «Κουμιώτισσα».  Το τελευταίο Λίμπερτυ που μπαρκάρισα ήτανε το «Atlantic Ocean» του Λιβανού.  Μετά έχω άλλα βαπόρια που εμπαρκάριζα μέχρι και το 1985 που βγήκα στη σύνταξη.

Σε όλα αυτά τα Λίμπερτυ εμπαρκάριζα ναύτης. Μετά επήρα το δίπλωμα του λοστρόμου,  αλλά δεν επήγα γιατί εμπαρκάριζα τρίτος και μετά δεύτερος όταν επήρα το ευεργετικό δίπλωμα.

Με τα Λίμπερτυ τα περισσότερα φορτία που εμεταφέραμε ήτανε γεννήματα, αλάτι, θειάφι, ξυλεία, παλιοσίδερα από Αμερική για την Ιαπωνία και πολλά μινεράλια. Με το «Έφη» του Καρέλα, κουβαλούσαμε στάρι από την Αυστραλία στην Κίνα. Για να μην μετατοπίζεται το φορτίο εκάναμε ξύλινους μπουλμέδες σε σχήμα σταυρού, μέχρι το ύψος του κουραδόρου στο αμπάρι. Για μεγαλύτερη ασφάλεια περνάγαμε συρματόσχοινα διαγώνια και τα φερμάραμε με γρύλους στις τέσσερις γωνίες του αμπαριού. Όταν έφτανε το στάρι στον κουραδόρο το βάζαμε σε τσουβάλια και χύμα.

Όταν εφορτώναμε λιναρόσπορο, κάναμε πάλι μπουλμέδες σταυρό και χωρίζαμε το κάθε τετράγωνο με μπουλμέ, γιατί ο λιναρόσπορος γλιστράει πολύ. Όπως μας ελέγανε οι Αμερικάνοι, αν πέσει άνθρωπος εκεί μέσα, πάει χάθηκε. Στην Ιαπωνία τα σιτηρά τα ξεφορτώνανε με το σιλό, αλλά στην Κίνα του Μάο με τα χέρια. Εκατεβάζανε στο αμπάρι ένα δίχτυ μεγάλο, που είχε από πάνω μουσαμά και τον εγεμίζανε στάρι με τα φτυάρια. Και δεν είχανε όλοι φτυάρια. Είχανε και ντενεκέδες που τους τρυπάγανε, περνάγανε ένα ξύλο για στελιάρι και μ’ αυτούς φτυαρίζανε.  Όταν εγεμίζανε τον μουσαμά, βιράραμε  το δίχτυ με τις μπίγες του βαποριού, γιατί δεν είχε κρένια το λιμάνι, και τον αδειάζαμε έξω στην προβλήτα κατάχαμα. Από ‘κει βάζανε οι γυναίκες το στάρι σε τσουβάλια, τα ράβανε και τα φορτώνανε στα αυτοκίνητα. Εκάναμε 5 με 6 μέρες να ξεφορτώσουμε και στο τέλος εσκουπίζανε τα αμπάρια και δεν εύρισκες ούτε ένα σπυρί στάρι.

Άλλο φορτίο ήτανε η ξυλεία. Καταρχάς ήτανε δύο λογιών ξυλεία. Κατεργασμένη σε τάβλες και δοκάρια, συνήθως από το Βανκούβερ του Καναδά, όπου την έφερνε η μπάριζα  δίπλα στο βαπόρι ή μπορεί να ήτανε βουβά.

Θυμάμαι, ότι είχαμε φορτώσει βουβά ξυλεία από την Βιρμανία, τώρα λέγεται αλλιώς, από τη Ρανγκούν. Tα φέρνανε ελέφαντες στο λιμάνι. Τα φορτώναμε στην κουβέρτα και τα δέναμε ζικ-ζακ με συρματόσχοινο, οπότε σε περίπτωση αβαρίας έκοβες με το τσεκούρι το συρματόσχοινο και επηγαίνανε όλα στην θάλασσα. Γενικά, τα περισσότερα ταξίδια μας με τα Λίμπερτυ ήτανε προς Ιαπωνία.

Στα Λίμπερτυ οι μπίγες ήταν πέντε τόνων η κάθε μια, με μπαστέκες,  γκάιδες,  ρονάριδες,  ρεφόρτσα. Τα ρεφόρτσα δεν είναι από το εμπόριο, είναι συρματόσχοινο με γάσα στην άκρη, που τη φτιάχνουνε οι ναύτες. Μετά από πολλά χρόνια εφέρανε έτοιμες γάσες με το μολύβι. Στην Αυστράλια, όμως, θέλανε άλλες γάσες, αυστραλέζικες, που διαφέρουνε στο πλέξιμο. Και αυτές πάλι το πλήρωμα τις έφτιαχνε, όσοι ξέρανε. Αλλιώς, όταν έφτανες εκεί, έφερνες συνεργείο και στις εφτιάχνανε ή τις επαράγγελνες με τον ασύρματο. Ήτανε και οι γκάιδες που έπρεπε να αλλάξουνε. Αυτό το κάνανε τα αυστραλέζικα σωματεία, για πιο σιγουριά στους εργαζόμενους. Μέχρι και τη σκάλα του βαποριού. Εφέρνανε γκάνγκουε δικόνε τους,  κλεισμένο στα πλάγια, για να ανεβοκατεβαίνουνε οι εργάτες, μην πάει και πέσει κανένας κάτω. Ισχυρά σωματεία, στα οποία οι περισσότεροι ήτανε Κύπριοι.

Άλλη πατέντα που κάναμε ήτανε η αμερικάνα, όπου δουλεύουνε και οι δύο μπίγες σαν να είναι μία. Η μία μπίγα ήταν έξω στο ντόκο  και η άλλη μέσα στ’ αμπάρι. Η απ’ έξω, που δουλεύει στο ντόκο, είναι με το ρεφόρτσο σταθερή και η μέσα, που δουλεύει στο αμπάρι, είναι και αυτή ρεφορτσαρισμένη. Μεταξύ τους είναι φερμαρισμένες με σχοινί με παλάγκο,  την αμερικάνα. Έτσι, ήταν όλα σταθερά. Οι ρονάριδες δουλεύουνε με κοινό γάντζο. Και έτσι, αντί η μία να ανεβάζει το φορτίο από το αμπάρι, να γυρίζει και να το βγάζει έξω, το ανεβάζει η μέσα και το παίρνει η άλλη, η έξω, και το βγάζει στο ντόκο.

Τα Λίμπερτυ όταν ήτανε φορτωμένα και ο καιρός από τη μάσκα της πλώρης, εταξιδεύανε καλά. Όταν, όμως, ήτανε ξεφόρτωτα, είχανε πρόβλημα. Για αυτό όταν επέφταμε σε κακοκαιρία, εβάζαμε θάλασσα για επιπλέον σαβούρα και στο αμπάρι Νο.5. Σε αυτό το αμπάρι ήτανε το τουνέλι, που πέρναγε ο άξονας της προπέλας, και κάτω στο πάτωμα είχε σκέτη λαμαρίνα, ενώ τα άλλα αμπάρια είχανε πάνω από τη λαμαρίνα και ξύλινο πάτωμα.

Τα Λίμπερτυ είχανε ξεχωριστή τραπεζαρία για το φαγητό και για καφέ. Υπήρχε και καντίνα μέσα το βαπόρι και είχε μπουρνούζια και παντελόνια, είχε φανέλες και μπίρα. Οι καμπίνες, επίσης, ήτανε δίκλινες για το κατώτερο πλήρωμα, είχανε καλοριφέρ και ανεμιστήρα. Υπήρχανε κούλερ με τρεχούμενο κρύο νερό. Για πεθαμένους, όμως, δεν είχανε προβλέψει, γιατί θυμούμαι στο «Caldwell» που ρίξαμε τον Κρίστιαν στην θάλασσα, τον είχανε βάλει μέσα σε μουσαμά και με κλειδιά για βάρος, για να φτάσει στον βυθό. Ο Κρίστιαν ήτανε Νορβηγός, λαδάς στη μηχανή. Ωραίος άνθρωπος.

Η διατροφή στα ελληνικά βαπόρια ήτανε στην ευθύνη του καπετάνιου και για αυτό ήτανε προβληματική σε ορισμένα Λίμπερτυ. Μας εδίνανε να πιούμε juice στις τρεις η ώρα το απόγευμα. Τί ήταν αυτό; Μια κόκκινη σκόνη που την εβάζανε σε μια κανάτα με νερό και την εδιαλύανε. Εγώ το είχα βγάλει περμαγκανάτ.  Εφέρνανε την αγελάδα, στη μέση κομμένη, ηλικίας πολλών χρονόνε και με πριόνια και μπαλτάδες επροσπαθούσανε να την τεμαχίσουνε για να μαγειρέψουνε το βραστό. Υπήρχανε και ελληνικά βαπόρια που δεν είχανε ούτε ελαιόλαδο. Τα πράγματα καλυτερεύσανε μετά από πολλά χρόνια. Μπύρα μας εδίνανε Πέμπτη και Κυριακή, εκτός εάν εγιόρταζε κανένας και έκανε καμμία καλή χειρονομία.

Αντίθετα στα αμερικάνικα Λίμπερτυ το εδεσματολόγιο ήτανε πολύ πλούσιο. Όταν επήγα στο «Caldwell», κάθε πρωί ο καμαρότος, που ήτανε Ολλανδός, είχε tomato juice, pineapple juice, porridge, είχε και hum and eggs, coffee, tea, απ’ όλα. Και τα βλέπω εγώ και λέω, ρε  άσε να δούμε, μπορεί επειδή είμαστε φρέσκοι να θέλουν να μας την φέρουν! Το μεσημέρι, όμως, είχαμε και πάλι φαγητό πολύ και καλό και είχαμε και τρεις φορές μπίρα.

Τον ελεύθερο χρόνο μας παίζαμε κανένα χαρτί. Μερικοί το χοντραίνανε και τους έβλεπες να παίρνουν την κουβέρτα και να φεύγουνε για την καμπίνα.

Πάντως από την ζωή μου στην θάλασσα, παρ όλες τις φασαρίες και τις ταλαιπωρίες, είμαι πολύ ευχαριστημένος. Και εάν μπορούσα και τώρα, με Λίμπερτυ θα πήγαινα. Και ας ήτανε βαριά και κουραστικά βαπόρια. Εδώ είναι να κάνεις σπατσαμέντο,  και να τα κάνεις όλα με τα χέρια έτσι όπως ήσουνα από το κάρβουνο μαυρισμένος και οι μπίγες απάνω να σε περιμένουν, τα αμπάρια, τα πάντα. Και έπρεπε όλα αυτά να τα κατεβάσεις, να τα σενιάρεις, να τα φερμάρεις, να τα κλείσεις. Όλα, σε συγκεκριμένες ώρες. Όχι όποτε ήθελες. Για να μπορέσει να σε βγάλει ο πιλότος από το λιμάνι.  Αλλιώς δεν σε έβγαζε.  Και δεν έπρεπε να καθυστερεί από το πλήρωμα το βαπόρι. Γιατί αυτό, εκόστιζε χρήματα πολλά στην εταιρεία.

Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Διονύση Σ. Χριστοφοράτου,που δημοσιεύτηκε στην ειδική έκδοση των Ναυτικών Χρονικών: Η Γενιά των Λίμπερτυ. Εβδομήντα χρόνια από την αναγέννηση του ελληνόκτητου στόλου, Gratia Eκδοτική, Αθήνα 2016, σ. 137-140.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου