Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΙΘΙΟΠΙΑ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ


Οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν κατά την εποχή της αποικιοκρατίας αρχικά στα λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας και εκτός απ’ το εμπόριο αναμίχθηκαν και σε άλλες δραστηριότητες. Η πρώτη Ελληνική παρουσία, εντοπίζεται στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν έφτασαν στην τότε Αβησσυνία, Έλληνες βιοτέχνες και ναυτικοί, ενώ επισφραγίζεται με την ίδρυση, το 1908, από το πατριαρχείο Αλεξανδρείας, της Μητροπόλεως Αξώμης.
Το πρώτο κύμα μαζικής μετανάστευσης προς την Αιθιοπία πραγματοποιήθηκε γύρω στ0 1880 και στην πόλη Μασάουα το 1887, βρίσκουμε 100 περίπου Έλληνες που συγκροτούσαν τη μεγαλύτερη ομάδα ξένων. Άλλοι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στο Τζιμπουτί και από εκεί επέκτειναν τη δράση τους και στην παλιά πόλη του Χαράρ. Στα τέλη του 19ου αιώνα απ’ τους 200 ξένους που ζούσαν στο Χαράρ οι 60 ήταν Έλληνες. Μεταξύ αυτών ήταν και οι ιατροί Ιάκωβος Ζερβός και Κ. Κοσμάς, ενώ το μοναδικό ξενοδοχείο της πόλης ανήκε στο Σαμιώτη Σ. Πλακιώτη. Οι Έλληνες είχαν αναλάβει την εξαγωγή του εξαιρετικής ποιότητας καφέ που παράγει η περιοχή του Χαράρ. Μια από τις μεγαλύτερες εξαγωγικές επιχειρήσεις καφέ ήταν αυτή που έστησαν οι Κεφαλλονίτες αδελφοί Λιβιεράτου, οι οποίοι ξεκίνησαν ως έμποροι σιτηρών στη Ρουμανία, μεταφέρθηκαν αργότερα στην Αίγυπτο, πήγαν στην Υεμένη για να φτάσουν στην Αιθιοπία και να δημιουργήσουν στη συνέχεια υποκαταστήματα σ’ όλα τα μεγάλα λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας, στη Μασσαλία και στη Νέα Υόρκη.
Οι ελληνικοί εμπορικοί οίκοι, όπως του Κάλου, του Λιβιεράτου, του Ευθυμιάτου, του Ασημακόπουλου, του Γεωργακά κ.α., μεσολαβούσαν στις αγγλικές τράπεζες ως εγγυητές υπέρ του αιθιοπικού κράτους.
Μυθιστορηματική ήταν και η ζωή του Φίλιππου Ζαφειρόπουλου ο οποίος γεννημένος το 1874 στη Κωνσταντινούπολη δούλεψε αρχικά στο φαρμακείο του θείου του στο Κάιρο για να μεταβεί το 1896 στην Αιθιοπία συνοδεύοντας ως διερμηνέας και ταριχευτής αγρίων ζώων έναν Αμερικανό εκατομμυριούχο. Οργανωτής στην αρχή κυνηγετικών σαφάρι ο Ζαφειρόπουλος διορίστηκε το 1904 από τον Βρετανό πρέσβη στην Αιθιοπία ως επιθεωρητής συνόρων, αντιμετώπισε μεγάλες συμμορίες ατάκτων που κυνηγούσαν ελέφαντες για το ελεφαντοστό, έμαθε τις γλώσσες των ιθαγενών της περιοχής μεταξύ των συνόρων Αιθιοπίας και Κένυας για να προσληφθεί στη συνέχεια ως διερμηνέας και γραμματέας αιθιοπικών υποθέσεων στη βρετανική πρεσβεία της Αντίς Αμπέμπα και να συνοδεύσει το 1934 τον αυτοκράτορα Χαϊλέ Σελασιέ στο ταξίδι του στη Βρετανία, από την οποία παρασημοφορήθηκε.
Μεταξύ των άλλων γνωστών Ελλήνων εκείνης της εποχής ήταν ο προσωπικός γιατρός του Χαϊλέ Σελασιέ Ιάκωβος Ζερβός από την Κεφαλονιά, ο Κλεάνθης Μοσχόπουλος που είχε διοριστεί επικεφαλής της ασφάλειας του κράτους και ο Αριστείδης Βούλτσης, που ήταν διευθυντής του τμήματος τηλεφώνων στο υπουργείο Ταχυδρομείων της Αιθιοπίας, ενώ ο Βασίλης Διαμαντούρος είχε διατελέσει υφυπουργός στο υπουργείο Γεωργίας και Εμπορίου.
Δεν ήταν λίγοι οι συμπατριώτες μας που διακρίθηκαν για τις επιδόσεις τους στις επιχειρήσεις, στην επιστήμη και τις τέχνες. Εκδότης της πρώτης εφημερίδας που κυκλοφόρησε στην Αιθιοπία ήταν ο Κεφαλονίτης Ανδρέας Καββαδίας ενώ Έλληνες μηχανικοί, εργολάβοι και κτίστες ανήγειραν τις πρώτες μεγάλες οικοδομές από πέτρα και τούβλο. Ήταν επίσης από τους πρώτους που άνοιξαν εργοστάσια ποτοποιϊας, σαπουνοποιϊας, ελαιόμυλους, αλευρόμυλους, υφαντουργεία και άλλα. Το 1935 η ελληνική παροικία είχε ξεπεράσει τα 3.000 μέλη και όταν το 1936 οι Ιταλοί μπήκαν στην Αντίς Αμπέμπα το 90% των καταστημάτων στο κέντρο της πόλης ανήκαν σε Έλληνες. Ελληνικές κοινότητες και σχολεία ιδρύθηκαν εκτός απ’ την Αντίς Αμπέμπα και σε άλλες πόλεις, όπως στην Ντίρε Ντάουα και στο Ντέμπι Ντόλο στην οποία είχε δημιουργηθεί μια κοινότητα μιγάδων, γόνων Ελλήνων και Κυπρίων που έφθασαν εκεί μέσω Σουδάν χωρίς γυναίκες.
Στη μεταπολεμική περίοδο ο αριθμός των ομογενών στην Αιθιοπία διπλασιάστηκε κι έφτασε τις 7.000 περίπου. Η επανάσταση που ανέτρεψε το Χαϊλέ Σελασιά το 1974 έθεσε τέλος και στην ευημερία της ελληνικής παροικίας. Οι περισσότεροι Έλληνες, επαναπατρίστηκαν, καθώς έχασαν τις περιουσίες που διέθεταν εκεί λόγω εθνικοποιήσεων, χωρίς να λάβουν καμία αποζημίωση. Σήμερα, απέμειναν λιγότερα από 500 άτομα, από τα οποία τα περισσότερα ζουν στην πρωτεύουσα Αντίς Αμπέμπα, ενώ γύρω στους 50 διαμένουν στην περιοχή της Ντίρε Ντάουα.
http://omogeneia.ana-mpa.gr

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΚΟΣΜΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ


Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

ΑΡΧΑΙΟΠΙΝΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑΣ


Μπορεί μετά την επικράτηση της Ελληνιστικής Κοινής να σταμάτησε η χρήση των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων, δεν επήλθε όμως η ολοκληρωτική παύση τους στο επίπεδο τουλάχιστο της φωνητικής και του λεξιλογίου. Στη δημιουργία και καθιέρωση της Κοινής βασική υπήρξε η συνεισφορά της αττικής διαλέκτου, της οποίας μετεξέλιξη ήταν η Κοινή, αλλά σημαντική θεωρείται και η συμβολή της ιωνικής και δωρικής διαλέκτου.
Η γλωσσολογική, μάλιστα,  επιστήμη έχει επισημάνει την ύπαρξη ποικίλων διαλεκτικών στοιχείων και άλλων αρχαϊκών, τα οποία εισχώρησαν, είτε αλλοιωμένα (φωνητικά ή μορφολογικά) είτε όχι, στην Κοινή και έφθασαν μέσα κυρίως από την προφορική παράδοση μέχρι τις μέρες μας στις τοπικές νεοελληνικές διαλέκτους και τα νεοελληνικά ιδιώματα.
Η Κεφαλονιά κατά την αρχαιότητα ανήκε στη δυτική διαλεκτική ομάδα, το ανεπαρκές όμως επιγραφικό υλικό του νησιού δεν επιτρέπει τη σίγουρη κατάταξη της αρχαίας κεφαλονίτικης γλωσσικής εικόνας στη βορειοδυτική ή στη δωρική διάλεκτο, αν και επικρατέστερη φαίνεται πως είναι η δεύτερη κατηγορία, ενώ στο  χρησιμοποιούμενο στις επιγραφές αλφάβητο απαντούν στοιχεία κορινθιακού και ευβοϊκού/χαλκιδικού αλφαβήτου.
Οι δωρισμοί, πάντως, και γενικότερα οι αρχαϊσμοί που παρατηρούνται μέχρι σήμερα στο κεφαλονίτικο ιδίωμα,  είναι λογικό να σχετίζονται με τη συγκεκριμένη διαλεκτική συμπεριφορά των αρχαίων κατοίκων του νησιού και επιβίωσαν μέσω της Ελληνιστικής Κοινής.
Αυτά ακριβώς τα αρχαιοπινή στοιχεία, που ακόμη τα συναντάμε στο καθημερινό λεξιλόγιο των Κεφαλονιτών, θα παρουσιάσουμε με τη σημερινή μας ανακοίνωση. Και επειδή ο αριθμός τους είναι μεγάλος, είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε κάποια επιλογή. Αλλά και πάλι αυτά που θα παρουσιαστούν, θα είναι αρκετά, νομίζουμε, ώστε να μας βοηθήσουν στην αναγνώριση του υπόγειου ρεύματος που συνδέει τη σύγχρονη γλωσσική πραγματικότητα του νησιού με την αρχαιοελληνική εποχή.
Ι.  Μια πρώτη «επίσκεψή» μας στο ντόπιο γλωσσάρι μας γνωρίζει πολλές αρχαιοελληνικές λέξεις, οι οποίες βέβαια εκπροσωπούν όλες τις περιόδους της αρχαίας γλώσσας. (6) Αρκετές, πάντως, είναι οι ομηρικές. Παραθέτουμε τα πιο εντυπωσιακά, ζωντανά ακόμη στα χείλη των Κεφαλονιτών, δείγματα ομηρικών λέξεων σχετικά αναλλοίωτων ή και κάποτε παραφθαρμένων:
● αστροπή = κεραυνός < ομ. αστεροπή = αστραπή, κεραυνός.
Βλ. την παροιμία: «Τσ’ αστροπής του χαλαστή και του τσιγκούνη τση βροντής» (Λ. 860).
● ατάλικος ή ταλικός = αδύνατος, φιλάσθενος, απαλός < ομ. αταλός = τρυφερός, απαλός, νεαρός, και ομ. ατάλλω = (αμετ.) σκιρτώ, πηδώ όπως τα παιδιά· (μεταβ.) ανατρέφω, θεραπεύω.
● Λάση (τοπωνύμιο – πυκνόφυτη, παλαιότερα, περιοχή) < Λάσις < ομ. λάσιος = δασύς, πυκνός.
● λουφιάζω (= λουφάζω, ηρεμώ, κρύβομαι, δειλιάζω) < ομ. λωφάω = παύομαι, αναπαύομαι, λήγω.
● μαζάρι = το πλοκάμι του χταποδιού < ομ. μαζός = μαστός.
● πιχάω (= ρίχνω στάρι στο μύλο ή ρίχνω σταφίδα για να κοσκινίσει ο άλλος) < ομ.επιχέω = χύνω πάνω σε κάτι, επιχύνω.
Η πρώτη σημασία φαίνεται στην παρακάτω παροιμία: «Όποιος ξαλέθει χαίρεται, κι οπούπιχάει λυπάται»
● Πύλαρος (τοπωνύμιο – ελέγχει την είσοδο στην κοιλάδα-δίοδο από το δυτικό προς το ανατολικό Ιόνιο)  < ομ. πυλαωρός (πυλωρός) = ο φύλακας των πυλών < πύλη + ώρα.
● τάτας και τατάς (ο) (= ο πατέρας στη νηπιακή γλώσσα) < ομ. τέττα (φιλοφρονητική προσφώνηση προς μεγαλύτερους σε ηλικία)
● φρύγω -ομαι = ξεραίνω -ομαι  (στον ήλιο ή στη φωτιά) < ομ. φρύγω = εν πυρί ξηραίνω, «ψήνω».
Αναφέρουμε τις φράσεις: «το στόμα μου εφρύγηκε» = το στόμα μου ξεράθηκε, διψάω, «φρυμένο ψωμί», «φρυμένη σταφίδα» (ΤΣ., λ. φρύξι),  καθώς και την παροιμία «Του δαμαλιού η βουνιά με το φεγγάρι φρύγεται»
  ΙΙ.     Κυκλοφορούν ακόμη στο στόμα του λαού λέξεις, στις οποίες διατηρείται το δωρικό
Α΄. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε κάποια προσηγορικά ονόματα με αυτόν το δωρισμό
● ακου(γ)ά αντί ακο(υ)ή.
● βελόνα αντί βελόνη.
● ζέστα  αντί ζέστη.
● μπόχα· το α της λ. μπόχα (= είδος αλιευτικού διχτιού // απόχη (< υποχή = δίχτυ που περικλείνει μέρος της θάλασσας < υπέχω = κρατώ από κάτω)  παραπέμπει στο συγκεκριμένο δωρισμό.
● πνο(γ)ά και αναπνο(γ)ά αντί πνοή και αναπνοή.
 Β΄.      Διατηρούνται και τοπωνύμια με το δωρικό τύπο:
● Αράκλι < Αράκλειον / Ηράκλειον < Αρακλέας-ής / Ηρακλής.  Στην κοιλάδα του Αρακλιού κατά την αρχαιότητα λατρευόταν ο Ηρακλής.
● Κρανιά < Κράνη < κράνα – κράνη / κρήνη. Από τους πρόποδες του λόφου, στην κορυφή του οποίου σώζεται η ακρόπολη της αρχαίας Κράνης, αναβλύζουν παλαιές πηγές πόσιμου νερού.
● Λανού < λανός / ληνός = κάθε κοίλωμα που έχει σχήμα κάδου ή σκάφης, σκάφη για το πότισμα των ζώων, ποτίστρα, ληνός. Επειδή, κατά τη γνώμη μας, τα παρόμοια στην Κεφαλονιά τοπωνύμια με κατάληξη σε –ού δηλώνουν περιεκτικότητα , Λανούσημαίνει την περιοχή με τους πολλούς λανούς / ληνούς = ποτίστρες, καθώς η κοιλάδα στο συγκεκριμένο σημείο είναι αρκετά βαθουλή και άρα κατάλληλη για το πότισμα και τη συνακόλουθη ανάπαυση των ζώων.
● Παγά < παγά / πηγή. Στην περιοχή διατηρείται παλαιά πλούσια πηγή.
● Φαγιάς < φαγός / φηγός = βελανιδιά. Φαγιάς (περιεκτικό): ο τόπος με τις πολλές «φηγούς», τις πολλές βελανιδιές. Φαγιάς είναι περιοχή στη δυτική πλαγιά του Αίνου.
III. Σημειώνουμε τη χαρακτηριστική περίπτωση  χρονικού επιρρήματος – δωρικού κατάλοιπου:
● αμά και κιαμά (< και /κι + αμά). Στο κεφαλονίτικο ιδίωμα σημαίνει «έπειτα», «στη συνέχεια», «αμέσως μετά», όπως στις φράσεις:
- «Έφαγα, αμά εβγήκα έξω» (ΤΣ., λ. αμά)
- «Πρώτα εφτά, κιαμά οχτώ»
Η λέξη αυτή είναι το αρχαίο άμα στο δωρικό του τύπο αμά, με σημασιολογική όμως διαφορά, καθώς το αρχαίο επίρρημα σήμαινε  κυρίως το «συγχρόνως» και κάποιες φορές το «αμέσως», το «μόλις».
IV. Επισημαίνουμε την περίπτωση της μετατροπής της αρχαίας προφοράς του υ σε ου (=u), τη διατήρηση δηλαδή της αρχαίας φωνητικής αξίας του υ σε αρκετές λέξεις του κεφαλονίτικου ιδιώματος.  Να μερικά παραδείγματα:
● κρούσταλλο (κυρίως με μεταφορική σημασία) αντί κρύσταλλο.
● μαρτούριο (κυρίως με τη σημασία της ταλαιπωρίας) αντί μαρτύριο.
● πορτοθουρίζω και πορτοθούρα (η), όπου δεύτερο συνθετικό το θούρα αντί θύρα
● σούκα (τα) αντί σύκα.
● τούραγνος αντί τύραννος.
V.      Διασώζονται στο στόμα του λαού ρήματα που μας έρχονται κατευθείαν από τα αρχαία χρόνια. Και οι ρηματικοί αυτοί τύποι είτε είναι ίδιοι μορφολογικά με τους αντίστοιχους αρχαίους, είτε είναι παραφθορά εκείνων, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έχει διαφοροποιηθεί η σημασία τους.
 Αναφέρουμε κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα:
● ανασκυντάω = επιπλήττω, βρίζω < αναισχυντέω = είμαι αναίσχυντος, φέρομαι με αναίδεια.
● βρυάζω = πλεονάζω, πλημμυρίζω  < βρύω, βρυάζω = πρήζομαι, φουσκώνω.
Βλ. τη φράση: «Τα σκουλίκια εβρύαξαν απάνου του» (ΤΣ., λ. βρυάζω).
● γιώνω = οξειδώνω, δηλητηριάζω, σκυθρωπιάζω // ζηλοφθονώ, κιτρινίζω, γίνομαι πελδινός, (Γ.Γ.-ΤΖ., λ. γιωμάρα/γιομάρα-γιώνω-γιωμένος), και ψυχραίνομαι, παγώνω από τη συμπεριφορά κάποιου, (ΤΣ.-ΒΛ., λ. γιώνω) < ιώνω < ιός.
Συναντάμε την παθητική μετοχή του παραπάνω ρήματος στις φράσεις «γιωμένη μέρα» = συννεφιασμένη, μουντή μέρα, «γιωμένος καιρός» (Γ.Γ.-ΤΖ., λ. γιωμάρα/γιομάρα), καθώς και το σύνθετο μαυρογιωμένος.
● θαραπεύω-θαραπεύομαι, θαραπάω-θαραπάομαι = ικανοποιώ ανάγκες, ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι <  θαραπεύω –ομαι = θεραπεύω –ομαι = υπηρετώ, λατρεύω τους θεούς, υπηρετώ, φροντίζω κάποιον, κ.ά. σημασίες.
Χαρακτηριστικές είναι οι φράσεις:
-«Έκατσα να φάω μα δε μ’ αφήκανε ναν το θαραπαώ [= να το ευχαριστηθώ] μ’ όσα δυσάρεστα μούπανε» (ΤΣ.-ΒΛ., λ. θαραπεύομαι).
- «Το ’φαγα και θαραπάηκα [= ευχαριστήθηκα πολύ]» (Π., λ. θαραπάομαι).
- «Το πολύ φαΐ αγκουσεύει [=φουσκώνει] και το λίγο θαραπεύει· και το λίγο λιγουλάκι κάνει το παιδί γεράκι» (Λ. 441).
  κατελώ = καταλύω, γκρεμίζω, λιώνω < καταλύω.
Αναφέρουμε την παροιμία: «Η θέρμη (ή η πίκρα) βράχους (ή πέτρες) κατελεί και τα βουνά μερώνει» (Λ. 220, 1228).
  κενώνω = δημιουργώ κενό, αδειάζω  < κενόω-ώ.
Στο κεφαλονίτικο ιδίωμα το ρήμα αυτό χρησιμοποιείται για τη διαδικασία του σερβιρίσματος: σερβίρω (αδειάζω) το φαγητό από τη χύτρα στα πιάτα. Βλ. τις φράσεις: «(Η μάνα) εκένωσε το φαή», «κενωμένο φαή» (ΤΣ., λ. κενόνω). Έτσι, το ρήμα παίρνει και την αντίθετη σημασία: γεμίζω τα πιάτα.
  λαγγεύω = μόλις κουνιέμαι, σπαρταρώ, σκιρτώ < λαγγάζω = υποχωρώ.
Βλ. τις φράσεις: «το ψάρι λαγγεύει» = κουνιέται, είναι φρέσκο, «λαγγεύει το μάτι μου» = «παίζει» το μάτι μου, παρουσιάζουν σπασμό τα βλέφαρά μου, σημάδι ότι κάποιον θα δω (Γ.Γ.-ΤΖ., λ. λάγγεμα).
● μαυλάω, μαυλίζω = θηλάζω, πιπιλίζω, ξελογιάζω, παρασέρνω < μαυλίζω.
Βλ. την παροιμία: «Α δε ριπίσης σκύβαλα, δεν τσι μαυλάς τσι κότες», (Λ. 930).
  μελιάζω –ομαι = διαμελίζω -ομαι, κόβω -ομαι σε τεμάχια < μελίζω < μέλος.
Συνώνυμο του ρήματος αυτού είναι το μελ(ε)ιδιάζω –ομαι < μελ(ε)ίδι (υποκοριστικό τού:) < μέλος. Μελ(ε)ιδιάστηκε σημαίνει χτύπησε από πέσιμο, έγινε (μεταφορικά) κομμάτια, τραυματίστηκε σε πολλά σημεία του σώματός του και πάρα πολύ.
  νογάω = εννοώ, καταλαβαίνω < νοώ.
Βλ. τη φράση: «Δε νογάω γράμματα» = δεν ξέρω γράμματα, είμαι αγράμματος (Π., λ.νογάω).
  πορεύομαι· εδώ με τη σημασία του  ζω, προσπορίζομαι, εξοικονομώ, συντηρούμαι <πορεύομαι (με παρόμοια σημασία· βλ. Σοφ. Οιδ. Τ., 884: «ει τις [...] υπέροπταπορεύεται»).
Η σημασία αυτή είναι προφανέστατη σε φράσεις της καθημερινότητας: «Αυτός είναιπορεμένος» (= οικονομημένος), «Πορέψου γι’ απόψε» (= συντηρήσου γι’ απόψε, εξυπηρετήσου γι’ απόψε), αλλά και στις παροιμίες: «Η φτώχεια θέλει πόρεψη κι η πουτανιά φτιασίδι», «Έμπα μέσα και πορέψου, κι έβγα έξω και πομπέψου» (Π., λ.πορεύομαι).
  ποτάζω = έχω, κατέχω, κέκτημαι  < υποτάσσω.
Βλ. τις φράσεις: «Δεν ποτάζω λεφτό» = δεν έχω χρήματα, «Δεν ποτάζω σκουτί» = δεν έχω σακάκι (ΤΣ., λ.  ποτάζω).
  πυτίζω = ραντίζω με νερό τα φορέματα ή το πάτωμα  < πυτίζω = φτύνω νερό από το στόμα μου.
  ρεσεύω = κάνω κάποιον να αποκτήσει ελαττώματα, ιδιοτροπίες, αποκτώ  ιδιοτροπίες – μτχ. ρεσεμένος = ιδιότροπος)  < αιρεσεύω < αίρεσις.
Βλ. τις φράσεις: «Ρεσεύω το παιδί», «Το παδί είναι ρεσεμένο».
  ριπίζω = χύνω, αδειάζω, σκορπίζω < ριπίζω = χύνω, αδειάζω, ανεμίζω, κραδαίνω <ριπή = ορμή, ορμητική κίνηση.
Βλ. τη φράση: «Ριπίζω το νερό», και την παροιμία: «Αν δεν ριπίσεις τα σκύβαλα, δεν τσι μαυλάς τσι κότες»
  μτχ. σαρμοφαωμένος = αυτός που είναι φαγωμένος από την άλμη, την αρμύρα, ο σαπισμένος. (Αναφέρεται συνήθως στους παραθαλάσσιους τοίχους). Σε αυτή τη μετοχή διασώζεται η αρχαία λέξη άλμη με τη μορφή σάρμη (το σ αντικαθιστά τη δασεία του α).
  τυλώνω = γεμίζω, φουσκώνω < τυλόω-ώ < τύλος = εξόγκωμα του δέρματος, κάλος.
Χαρακτηριστική είναι η φράση: «Την τύλωσε (την κοιλιά του)» = τη φούσκωσε, τη γέμισε την κοιλιά του, δηλαδή έφαγε πάρα πολύ.
VI.  Θα αναφέρουμε, στη συνέχεια, ρήματα κίνησης – ρήματα που δηλώνουν κίνηση με την ευρύτερη έννοια του όρου, (όχι δηλαδή μόνο τα γνωστά πηγαίνω, έρχομαι και τα παρόμοια, αλλά και ρήματα όπως παίζω, αναπτύσσομαι - των οποίων η σημασία απομακρύνεται από την τρέχουσα αρχαιοελληνική και κατεπέκταση νεοελληνική άποψη, ακριβώς για να αναδειχθεί ο σημασιολογικός πλούτος του κεφαλονίτικου ιδιώματος. Υπάρχουν ρήματα, τα οποία χαρακτηρίζουν κάποιες μορφές κίνησης με τόση σαφήνεια και τέτοια πληρότητα, που δε συναντάμε στη δημοτική γλώσσα, ή εκφράζουν τόσο λεπτές εννοιολογικές αποχρώσεις, που δεν τις βρίσκουμε στο συνηθισμένο καθημερινό λόγο. Αναφέρουμε τέσσερις τέτοιες συγκεκριμένες περιπτώσεις ρημάτων κίνησης:
  έρκομαι < έρχομαι.
Είναι από τα σπουδαιότερα ρήματα κίνησης της γλώσσας μας. Το συναντάμε στα ομηρικά κείμενα και διατηρείται μέχρι σήμερα. Σημειώνουμε χαρακτηριστικές φράσεις:
- «Ήρτε στα τέμπα του» = βρήκε τους κανονικούς του ρυθμούς, (Γ.Γ.-ΤΖ., σ. 413).
- «Δεν έρκεται να γελάς [= δεν αρμόζει, δεν ταιριάζει, είναι απρεπές], ενώ ο άλλος σου μιλεί σοβαρά», (Β./Γλ. Κ. – χφ Δ, λ. έρκομαι).
- «Ήρτανε στα εικοσιτέσσερα» = έφτασαν στα άκρα, ήρθαν σε πλήρη αντίθεση (αφού εξάντλησαν όλα τα περιθώρια συνεννόησης ή αλληλοϋποχωρήσεων – εξάντλησαν κατά τις συνομιλίες τους και τα 24 γράμματα του αλφαβήτου), (Γ.Γ.-ΤΖ, σ. 413).
- «Έρκομαι ίσια-ίσια» = ισοφαρίζω τη ζημιά, (Γ.Γ.-ΤΖ., σ. 410).
-  «Το φιωρίνι έρκεται να πέση [= μοιάζει περίπου, ισοδυναμεί] σαν τρεις δραμμές», (Β./Γλ. Κ. – χφ Δ, λ. έρκομαι).
Αυτές οι φράσεις είναι αναλογικοί σχηματισμοί προς εκφράσεις, στις οποίες η σημασία του ρήματος έρχομαι σχεδόν εξαφανίζεται, με αποτέλεσμα να δίνεται η εντύπωση ότι το ρήμα δεν παίζει ουσιαστικά κανένα ρόλο στη σημασιολογική λειτουργία της φράσης.
- Σημειώνουμε, επίσης, τη φράση: «Έλα γεια σου!»· η προστακτική έλα στην αρχή της πρότασης δηλώνει προτροπή: εμπρός , άντε λοιπόν ή κάνε αυτό που σου λέω.
  κάνω < κάμνω.
Το ρήμα αυτό με τη σημασία του «κατασκευάζω», «πραγματοποιώ», «ενεργώ», «δημιουργώ» («Η αδειά κάνει τον κλέφτη», Λ. 1300) «μετακινούμαι» ή «πηγαίνω» («Κάμεπαραυτού, γιατί μ’ έκαψες», Λ. 1237) ανήκει στην κατηγορία των ρημάτων κίνησης. Αποκτά, όμως, και τη σημασία του «λέγω», του «απαντώ» στη φράση: «Μου είπε να πάμε να φάμε και του κάνω δεν μπορώ», (ΤΣ.,  λ. κάνω). Ωστόσο, ενδιαφέρουσες είναι οι μεταφορικές σημασίες του ρήματος στις φράσεις:
- «Κάμε τη ρόκα σου» = ασχολήσου, περιορίσου στην εργασία σου, στα δικά σου ενδιαφέροντα.
- «Του κάνει αδειές» = τον υποβοηθάει με την απουσία του.
- «Τα κάνανε καλά» = συμφώνησαν, συμφιλιώθηκαν, (Γ.Γ.-ΤΖ., σ. 433).
- «Το στήθος μου κάνει γατσούλια» = βράζει το στήθος μου, είμαι κρυωμένος, (Π., λ. γατσούλι = μικρό γατάκι).
  κοπιάζω < κοπιώ.
Το ρήμα αυτό με τις  σημασίες  «καταβάλλω κόπο», «έρχομαι», «φτάνω» μπορεί να ενταχθεί στη σημασιολογική κατηγορία των ρημάτων κίνησης. Σημειώνουμε τις χαρακτηριστικές φράσεις:
- «Γόνατα δεν κοπιάσουνε, κοιλιά δε θεραπεύει» (Λ. 722), δηλαδή αν δεν κουραστούν τα πόδια, δε χορταίνει η κοιλιά.
- «(Για) κόπιασε στο τραπέζι μας» = έλα στο τραπέζι μας.
- «Κόπιασε μέσα» = έλα μέσα, (Β./Γλ. Κ. – χφ Γ, λ. κοπιάζω).
Ο τύπος κόπιασε στις παραπάνω δύο φράσεις δε συνιστά μια απλή προστακτική· εμπεριέχει το σεβασμό, δηλώνει την αγάπη και τη φροντίδα του ομιλητή προς το πρόσωπο που απευθύνεται. Νομίζουμε ότι μια τέτοια σημασία είναι άγνωστη σε άλλες διαλεκτικές περιοχές της χώρας.
● σκαρίζω < σκαίρω. (42)
Το ρήμα αυτό στην αρχαία ελληνική σήμαινε «πηδώ», «σκιρτώ», «χορεύω». Στο κεφαλονίτικο ιδίωμα διατηρεί τρεις σημασίες: «εμφανίζομαι», «βγάζω το κοπάδι στη βοσκή» – αντίθετο του σταλίζω = φέρνω το κοπάδι στη στάνη – και «ωριμάζω, μεστώνω» (για καρπούς):
- «Εσκάρισε από τη γωνιά» = μόλις φάνηκε να έρχεται από τη γωνία, ( Π., λ. σκαρίζω).
- «Ο τσοπάνης εσκάρισε τα πρόβατα».
- «Τζίτζικας ελάλησε, μαύρη ρώγα εσκάρισε»,  (Λ. 86).
  σώνω < ισώνω (με σίγηση του άτονου αρκτικού φωνήεντος) < ίσος.
Το ρήμα είναι λιγότερο γνωστό ως ρήμα κίνησης. Περισσότερο χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία. Σημειώνουμε χαρακτηριστικές φράσεις:
- «Όντες εσώσαμε στο χωριό» = όταν φτάσαμε στο χωριό, (Β./Γλ. Κ. – χφ Β, λ. σώνω).
- «Του χωριάτη το σκοινί μονό δε σώνει [= δε φτάνει, δεν αρκεί]· διπλό σώνει κι αβατζέρνει [= περισσεύει]»,  (Λ. 1298).
- «Τον έκαμε να τρέχη και να μη σώνη [= να μη φθάνη εις τόπον τινά διά να σωθή]», (Β./Γλ. Κ. – χφ Γ, λ. σώνω).
- «Σώνεις στο Δήμαρχο;» = ημπορείς να μεσιτεύσης εις τον Δήμαρχον περί τινος υποθέσεως και να φέρης αποτέλεσμα ευχάριστον; (Β./Γλ. Κ. – χφ Β, λ. σώνω).
- «Του το ’σωσε» = του το είπε, του το πρόφτασε, το διέδωσε, του το «κάρφωσε».
- «Στου χάρου τσι λαβωματιές βότανα δε χωρούνε· ούτε γιατροί που σώνουνε [= προφτάνουν], ούτ’ άγιοι που βοχτούνε» (Λ. 1280).
- «Εσώθηκε ο παπα-Γιάννης» = πέθανε ο παπα-Γιάννης, (ΤΣ., λ. σώνομαι).
- «Μου σώθηκε (το λάδι)» = μου τελείωσε (το λάδι), (Γ.Γ.-ΤΖ, σ. 422).
- «Τα βάσανα τ’ ανθρώπου ποτέ δε σώνουνται [= δεν τελειώνουν]»,  (Λ. 1232).
Όπως φαίνεται το ρήμα σώνω με τον καιρό πήρε αρκετές από τις σημασίες του ρήματοςφτάνω και, επιπλέον, προσεταιρίστηκε τη σημασία του πεθαίνω (για κληρικούς κυρίως) και γενικότερα του τελειώνω.
VII.  Ιδιαίτερη και αρκετά ενδιαφέρουσα κατηγορία συνιστούν τα ουσιαστικά, απλά και σύνθετα (43). Θα αναφέρουμε ενδεικτικές περιπτώσεις:
● αίρεση (η)  (= κακότροπη συνήθεια, ιδιοτροπία) (44) και κυρίως στον πληθυντικόαίρεσες (οι)  < αίρεσις.
- «Κάθε δόντι κι αίρεση»,  (Λ. 426).
● ακνιά (η) (= τεμπελιά, οκνηρία) < οκνία (= οκνηρία).
- «Η ακνιά παιδί δεν κάνει, κι αν το κάμη, δεν προκόβει»,  (Λ. 814)
● αλιάς (ο)  (=  ψαράς) < αλιεύς.
  ανεμορριπή και κυρίως ανεμορπή (η) < άνεμος + ριπή.
-  «Τσ’ ανεμορπής» = της κακιάς ώρας, (Γ.Γ.-ΤΖ., λ. ανεμορπή).
- «Σύρε στην ανεμορριπή» = εξαφανίσου, (ΤΣ., λ. ανεμορπή).
- «Πού στην ανεμορριπή ήσουνα;» = πού βρισκόσουν, σε ποιο άγνωστο μέρος ήσουν και δεν μπόρεσα να σε βρω; (ΤΣ., λ. ανεμορπή), ή «Πού στην ανεμορπή επήε;», (Β./Γλ. Κ. – χφ Γ, λ. ανεμορριπή).
  βούσ(υ)κο (το) (= το μεγάλο σύκο) < βους (εκτός από την κυριολεκτική σημασία της η λέξη μεταφορικά σημαίνει καθετί το μεγάλο, το τερατώδες) (47) + σύκο. Στον Ησύχιο, ό.π., διαβάζουμε: βούσυκα = τα μεγάλα σύκα.
● βρόχι (το) (= η θηλιά, η παγίδα για τη σύλληψη πουλιών) < βρόχος.
- «Χωρίς του Θεού βουλή, ούτε στο βρόχι το πουλί», (Λ. 1020).
  γάνα (η) (= η μαυρίλα που προκαλεί η φωτιά στα μαγειρικά σκεύη) < γάνος (το) (= η λαμπρότητα, η στιλπνότητα) → γανόω = στιλβώνω, λαμπρύνω. Επισημαίνουμε εδώ την αλλαγή της σημασίας της λέξης: πρόκειται για την αντίθετη σημασία.
  γυναικολάσι (το) (= το πλήθος των γυναικών) < γυνή + λάσιος (= πυκνός).Η παραγωγική κατάληξη –λασι  δηλώνει αφθονία.
● δομός (ο) (επικλινής έκταση χωραφιού που στο κάτω μέρος τα χώματα συγκρατούνται με φυσικό ή τεχνητό ύψωμα/ξερολιθιά) <  δόμος (= σπίτι, δωμάτιο, μάντρα, τοίχος από πέτρες) < δέμω (= κτίζω, οικοδομώ).
● δράγκα (η) (= η δράκα/δραξιά, η ποσότητα που περιέχεται σε μια χούφτα, μεταφορικά: η μικρή ποσότητα) < δράγμα (το) = δραξ (η)  (= η ποσότητα που περιέχεται σε μια χούφτα) < δράσσομαι.
- «Το κανάτι δεν έχει δράγκα [= ούτε σταγόνα] νερό», (ΤΣ., λ. δράγκα).
  είδουλο (το) (= η μικροκαμωμένη, συνήθως, γυναίκα) < είδωλον ή ειδώλιον (= το μικρό άγαλμα).
● κακαδιά και κακαβιά (η) (= ασχήμια, κακομορφία) < κακόν + είδος.
- «Τα πλούτια πάνε κι έρχονται κι η κακαδιά απομένει», (ΤΣ., λ. κακαδιά).
● κόθρος (ο) (= πλαίσιο κάθετο στην περίμετρο κυκλικής επιφάνειας, το στεφάνι του κόσκινου, του ταψιού, του φεγγαριού, η φλούδα του στρογγυλού τυριού, γενικότερα ο κύκλος) < κόθουρος (= για τους κηφήνες που είναι χωρίς κεντρί, χωρίς ουρά, ο κολοβός, αυτός που δεν έχει κέντρο) < κοθώ –ούς (η) (= βλάβη) + ουρά.
- «Έχεις γρόθο; Τρως κόθρο», (Λ. 705).
● κούρος (ο) (= το κούρεμα των προβάτων) < κουρά.
● λαγγόνι (το) (= το πλευρό)  < λαγών (η).
  ορ(γ)ιό (το) (= το ρίγος) < ρίγος (το), με προσθήκη ενός ο στην αρχή και εσωτερική μετάθεση του ι. Χρησιμοποιείται και ο τύπος ριο (το) < ρίγος με αποβολή του γ
  ορμήνεια (η) (= η συμβουλή, η νουθεσία) < ερμηνεία.
● παραστή (η) (= παραστάδα) < παραστάς –άδος (η).
- «Να ’ξερ’ η πόρτα να ’λεε κι η παραστή να μίλιε [= να μιλούσε]»,  (Λ. 1381).
● πέρονας (ο) (= χοντρό και μακρύ καρφί) < περόνη (η).
● ποδόχι (το) (= πέτρινη γούρνα για τη συλλογή του μούστου κατά το πάτημα των σταφυλιών στο ληνό) < υποδοχή (η).
● ποκάρι (το) (= δέσμη μαλλιών που προέρχεται από το κούρεμα προβάτου) < πόκος(ο) (= ακατέργαστο μαλλί προβάτου).
  πορί (το) και  ποριά (η) (= το πέρασμα, η δίοδος, η είσοδος, και συγκεκριμένα η είσοδος στην αυλή του σπιτιού, η οποία κατασκευαζόταν με πέτρες) < πόρος (ο).
● ράπη (η) (= το στέλεχος του σταχιού που απομένει μετά το θερισμό) < ράπα (η) (= καλάμι), ) και ραπίς (η) (= ραβδί).
  ρέπεδο (το) (= τα καταγής πεσμένα συντρίμματα ενός ερειπίου) < ερείπιον + πέδον.
- «Δεν άφησε ρέπεδο» (= δεν άφησε ούτε τα συντρίμματα).
- «Δεν του έμεινε ρέπεδο» (= τα έχασε όλα), (ΤΣ., λ. ρέπεδο).
  σάψαλο (το) (= ο πολύ γέρος, ο σχεδόν άχρηστος) < σήψις (η).
● σκαρδάκι (το) (= το αθώο παιδικό αλλά και ερωτικό σκίρτημα) < (σ)κόρδαξ –κος (ο) (= άσεμνος χορός της αρχαίας ελληνικής κωμωδίας // χορός με έντονες τις κινήσεις των χορευτών).
● σκλήθρα (η) (= ακίδα, μικρό πελεκούδι ξύλου) < κλήθρα (η) (= είδος δένδρου).
- «Κόκκινη τρίχα, διαόλου σκλήθρα»,  (Λ. 1181).
  σταλός (ο) (= η στάνη των προβάτων, αλλά και κάθε σκιερό μέρος, όπου αναπαύονται τα πρόβατα) < στάλη (η) (= στάνη).
- «Πήαινε τα πρόβατα στο σταλό».
● στάμα (το) (= πέτρα μες στη θάλασσα, όπου στέκονται οι ψαράδες, (ΤΣ., λ. στάμα), αλλά και ορισμένη ποσότητα ελαιόκαρπου για επεξεργασία στο λιτρουβιό)· αλλά καιστάματα και στάμενα (= τα υπάρχοντα , η περιουσία) < ίστημι, θ. στα-
-«Των ακριβών [= των οικονόμων] τα στάματα, σε χαροκόπου [= σε σπάταλου] χέρια», (Λ. 861).
  στέλλα (τα), στέλλες (οι) (= τα ξύλινα διχαλωτά υποστηρίγματα στα αμπέλια, (59) αλλά και τα ξύλα, με τα οποία στήριζαν τα σπασμένα κόκκαλα) < στέλιον (το), υποκοριστικό του αμάρτυρου στέλος (το) (= ο στελεός, η λαβή).
● στουβιά (η) (= μικρός ακανθώδης θάμνος // μεταφορικά: μαλλιά ακτένιστα και μπλεγμένα)  <   στοιβή (η).
● σφαή (η) (= ο τράχηλος) < σφαγή (η) (: είχε και τη σημασία του τραχήλου, του μέρους δηλ. όπου έμπαινε το μαχαίρι για το σφάξιμο του θύματος).
VIII.  Από τα επίθετα  σημειώνουμε τις τέσσερις παρακάτω χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
● ακνός (= αδρανής, οκνηρός) < οκνός (= οκνηρός) < οκνώ (= αποφεύγω ή  διστάζω λόγω φόβου, δειλίας ή οκνηρίας).
● κάλοψος  και το αντίθετο κάκοψος (= αυτός που βράζεται εύκολα ή δύσκολα - κυρίως για όσπρια) < καλός ή κακός + έψω (= βράζω).
  ξελέστατος (= ο ατημέλητος στην ενδυμασία) < εξωλέστατος (με παραφθορά  της λέξης)· εξώλης (= αυτός που έχει πάθει ολοκληρωτική καταστροφή, και μεταφορικά ο ολέθριος) < εκ + όλλυμι.
● χλιος (= χλιαρός,  για υγρά) < χλιαρός < χλιαίνω < χλίω.
- «Σ’ τσου είκοσι τραντάφυλλο, και σ’ τσου τριάντα ρόδο, και σ’ τσου σαράντα χλιο νερό, και σ’ τσου πενήντα μπόρα», (Λ. 371).
IX.  Πολύ ενδιαφέρον προκαλεί η πλούσια ποικιλία των επιρρημάτων. Αναφέρουμε κάποια παραδείγματα:
● κάνε (= τουλάχιστο, έστω) < καν < και αν (= και αν ακόμη).
- «Αν δεν έρθετε μαζή, έλα κάνε μονάχος σου», (ΤΣ., λ. κάνε).
- «Δε μου το ’λεγες κάνε από πριν, να το ’χω υπ’ όψιν μου», (Π., λ. κάνε).
- «Κάνε πρόβατα!» = (φράση για δήλωση ειρωνικού θαυμασμού) λίγα, όχι αξιόλογα πρόβατα, (ΤΣ., λ. κάνε).
● καταποδού (= ακολουθώντας τα ίχνη, από πίσω) < κατά πόδας.
- «Τον επήρανε καταποδού οι χωροφυλάκοι και δεν τον επροφτάνανε».
  μονιτάρως / μονιτάρου ή μονοτάρως / μονοτάρου (= ολότελα, εντελώς, διαμιάς) <μόνος + τορώς, επίρρημα του επιθέτου τορός –ά –όν (= διαπεραστικός, καθαρός, σαφής, πρόθυμος) < τείρω (= τρίβω, τρυπώ ταλαιπωρώ, βασανίζω).
- «Έχω κουρλαθεί [= τρελαθεί] μονιτάρως».
- «Για δες, σώθηκε [= τελείωσε] μονοτάρως το κρασί».
  περικοπά (= από συντομότερο δρόμο) < περικόπτω.               
- «Πάμε για το χωριό περικοπά».
● πικοιλιάς ή τση πικοιλιάς (= μπρούμυτα, πρηνηδόν) < επί + κοιλία.
- «Τον εσμπαράρανε [= τον τουφέκισαν] κι εκείνος έπεσε τση πικοιλιάς».
Ακολουθούν περιπτώσεις ουσιαστικών που λειτουργούν και ως επιρρήματα:
● γόνα (το) (= γόνατο) < μεσν. γόνατον (το) < γόνυ (το).
- «Η δουλειά πάει γόνα» = η δουλειά πηγαίνει πολύ καλά, προκόβει.
- « Χορός που επήε γόνα» = χόρεψαν πάρα πολύ.
● κλινάρι (το) (= κρεβάτι) < κλινάριον (το) < κλίνη (η).
- «Αυτός είναι κλινάρι» = αυτός είναι στο κρεβάτι, είναι κλινήρης, κατάκοιτος λόγω αρρώστιας.
- «Βάνω / ρίχνω κλινάρι» = γίνομαι πρόξενος αρρώστιας.
- «Κάνω / πέφτω κλινάρι» = είμαι άρρωστος.
Επίσης, πρέπει να σημειώσουμε ότι στην παραγωγή των επιρρημάτων συναντάμε την παραγωγική κατάληξη της αρχαίας ελληνικής –θεν με τη μορφή –θε, για να δηλωθεί η κίνηση από έναν τόπο:
● πάνουθε (= από πάνω), κάτουθε (= από κάτω), μέσαθε (= από μέσα), εδεπάθενε (= από εδώ), (ε)κείθενε (= από εκεί), πουθενάθενε (= από πουθενά).
Τέλος, χαρακτηριστικές είναι οι παρακάτω επιρρηματικές φράσεις:
  για πινομή  (= για χάρη κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, για να ευχαριστήσω κάποιον) < πινομή (η) < επώνυμον.
- «Ήρτα για πινομή σου» = ήρθα για χάρη σου.
  όντες κι όντες (= πραγματικά) < όντως και όντως.
- «Εκείνος είναι όντες κι όντες για καλόγηρος», είναι δηλαδή κατάλληλος να περιβληθεί το μοναχικό σχήμα, (Β./Γλ. Κ. – χφ Β).
● καλιά μου, σου του, μας, σας, τους - η φράση συνεκφέρεται με ρήματα που δηλώνουν κίνηση  - (= πηγαίνω σπίτι μου, φεύγω, αποχωρώ)·  καλιά < καλιά (η) /καλιάς –δος (η) / καλιός (ο) (= καλύβα,  ξύλινη κατοικία, δεσμωτήριο, φωλιά, κοτέτσι)  <κάλον (το) (= ξύλο).
- «Πήαινε καλιά σου» = φύγε.
- «Πάμε καλιά μας» = πάμε σπίτι μας, αποχωρούμε.
- «Αυτός πήε καλιά του» (= αυτός έφυγε, αποχώρησε, ή  μεταφορικά: καταστράφηκε, ή πέθανε).
Οι λεξιλογικοί αρχαϊσμοί, που παραπάνω αναφέραμε, πιστοποίησαν, νομίζουμε, ότι, παρά τους αιώνες που πέρασαν και τους εχθρούς που κατέκτησαν την Κεφαλονιά, η γλώσσα του λαού κράτησε σοβαρά και ποικίλα στοιχεία της αρχαίας εποχής. Με άλλα λόγια, η λαϊκή γλώσσα αποδεικνύει και στη συγκεκριμένη περίπτωση την εσωτερική συνοχή του παλαιού και του νέου πληθυσμού αυτής της γεωγραφικής ενότητας. Το θέμα, πάντως, αυτό απαιτεί βαθύτερη μελέτη και έρευνα και σε άλλες παραμέτρους του.
 Και κλείνουμε με τις εξής δύο διαπιστώσεις:
α) πράγματι παρατηρείται μια ποικιλία στα αρχαιοπινή λεξιλογικά στοιχεία του κεφαλονίτικου ιδιώματος, τα οποία βέβαια έχουν προσαρμοστεί μορφολογικά και φωνολογικά στις απαιτήσεις του τοπικού ιδιώματος, και β) οι περισσότερες, ωστόσο, από τις παραπάνω λέξεις έχουν σήμερα περιορισμένη έως μηδενική χρήση από τις νεότερες γενιές, καθώς διανύουμε, κατά τον Νικ. Ανδριώτη, την «περίοδο ισοπέδωσης» των διαλέκτων και ιδιωμάτων μέσα από την απορρόφησή τους από τη Νεοελληνική Κοινή.
Φαίνεται πως εκείνος ο δρόμος, που τα αρχαία χρόνια σκέπασε το διαλεκτικό πλούτο της αρχαιοελληνικής γλώσσας, για να αναδείξει την Ελληνιστική Κοινή και κατεπέκταση τη Βυζαντινή Κοινή, «ξαναπερπατιέται» στα δικά μας τα χρόνια, μέσα προφανώς σε άλλες τώρα συνθήκες, για να αποδυναμώσει τις νεοελληνικές διαλέκτους και τα νεοελληνικά ιδιώματα, που προέκυψαν μέσα από τη διαφοροποίηση της Βυζαντινής Κοινής, και συγχρόνως να στηρίξει τη Νεοελληνική Κοινή.
(Ανακοίνωση στο Επιστημονικό Συμπόσιο “Το Κεφαλονίτικο Γλωσσικό Ιδίωμα”, που διοργάνωσε ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης σε συνεργασία με το Κέντρο Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών στο Αργοστόλι στις 13 Οκτωβρίου 2007. Δημοσιεύτηκε στα Πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου, έκδοση του Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς
Συγγραφέας: Πέτρος Πετράτος, Εκαπιδευτικός

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

ΔΟΥΛΟΠΑΡΟΙΚΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ


Ήταν, με δάκρυα στα μάτια, με το φέσι στο χέρι, τρέμοντας από συγκίνηση, χαιρέτιζαν, οι χωρικοί της Κέρκυρας, την ελληνική σημαία που υψώνονταν στα ενετικά φρούρια της πόλης, ήταν απόλυτα βέβαιοι, ότι η ένωση της νήσου με το ελληνικό κράτος αυτομάτως θα συνεπήγετο και την οικονομική και κοινωνική τους απελευθέρωση από τους αρχόντους.
Οι αρχόντοι ήταν κι αυτοί επίσης βέβαιοι ότι όταν θα στερούνταν της προστασίας των ξένων λογχών, θα έχαναν τα προνόμια τους και τη λεία τους. Γι’ αυτό είχαν με λύσσα αντιδράσει στην ένωση και γι’ αυτό στάθηκαν στο πλευρό των Άγγλων και εναντίον των λαϊκών μαζών με την πέννα τους, με τον λόγο τους με το ντουφέκι τους, με τον βούρδουλα του βασανιστή, με το κλειδί του δεσμοφύλακα και με το σκοινί του δημίου.
Όλα όσα είχαν προηγηθεί της ένωσης, δικαιολογούσαν και τις ελπίδες των πρώτων και τους φόβους των δεύτερων. Ο αγώνας για την ένωση ήταν αυτός ο ίδιος ο αγώνας που από χρόνια διεξήγετο στο έδαφος της νήσου ανάμεσα στους Έλληνες δουλοπάροικους και τους ξένους τιμαριούχους που οι Ανδηγαυοί και οι Ενετοί κατακτητές είχαν επιβάλλει.
Δύσκολα μπορούμε να βρούμε στην ιστορία εθνικό κίνημα με τόσο απροκάλυπτα ταξικά κίνητρα, τόσο καθαρούς ταξικούς σκοπούς και με τόσο αυστηρή ταξική διάκριση των μετώπων. Η ένωση με το ελληνικό κράτος, ήταν για τις αγροτικές μάζες της νήσου η πραγματοποίηση της βασικής επιδίωξης της μακρόχρονης και σκληρής πάλης τους: της οριστικής κατάλύσης της μισητής βασιλείας των αρχόντων.
Άλλαξε ο Μανωλιός…
Αλλοίμονο! Δεν χρειάστηκε παρά λίγος χρόνος, ύστερα από τις γιορτές τις παράτες και τους πάντα γεμάτους υποκρισία λόγους των επισήμων για να διαψευστούν και οι ελπίδες των και οι φόβοι των αρχόντων. Οι χωρικοί τσακισμένοι και παγωμένοι από την πίκρα δεν δυσκολεύτηκαν να γνωρίσουν στο πρόσωπο των κυβερνητών του ελληνικού κράτους τους δικούς τους κόντηδες και βαρώνους δίχως μόνον τα οικόσημα και τη βελάδα. Οι άρχοντες αυτοί ακόμα πιο γρήγορα από τους χωρικούς πείστηκαν ότι εκείνο που άλλαξε με την ένωση ήταν μόνον το στέμμα στο πηλήκιο του χωροφύλακα που θα φρουρούσε αυτούς και τα προνόμια τους.
 Η στάση του ελληνικού κράτους ήταν ακριβώς το αντίθετο από ότι με τόση λαχτάρα περίμεναν απ’ αυτό οι Έλληνες δουλοπάροικοι. Αντί από την πρώτη μέρα που εγκατέστησε την εξουσία του στο νησί, να καταργήσει τα προνόμια των φεουδαρχών, να απαλλάξει τη μικροϊδιοκτησία από όλα τα ποικιλώνυμα βάρη, να μεταβιβάσει τη νομική της κυριότητα στους καλλιεργητές της, να ακυρώσει τα χρέη και να απαλλοτριώσει τα μεγάλα «ιδιόκτητα» αρχοντικά κτήματα, αυτό τάχτηκε αλληλέγγυο με τους κληρονόμους των Ανδηγαυών και Ενετών βαρώνων και έθεσε όλη του τη δύναμη στην υπηρεσία τους.
Κι ακόμα λίγο χρόνο πιο ύστερα, σε μία πολύ σκοτεινή και πολύ επονείδιστη για τη χώρα περίοδο, ενώ στη Βουλή, στον τύπο και στα καφενεία στην Αθήνα φλυαρούσαν για τη μεγάλη ιδέα και την αττική γλώσσα, στην Κέρκυρα εκείνοι που χτες βασάνιζαν, φυλάκιζαν και κρεμούσαν τους Έλληνες χωρικούς γιατί ζητούσαν την ένωση με την Ελλάδα, σήμερα αυτοί οι ίδιοι με τη συνοδεία του Έλληνα αυτή τη φορά χωροφύλακα και του Έλληνα δικαστικού κλητήρα και εν ονόματι του βασιλέως των Ελλήνων, προβαίνουν σε ομαδικές εξώσεις χωρικών και σε ομαδικές κατασχέσεις, μικροϊδιοκτησιών. Έτσι επεκτάθηκαν ακόμα περισσότερο με τη βίαιη απαλλοτρίωση της μικρής ιδιοκτησίας τα «ιδιόκτητα» κτήματα των αρχόντων.
Τα συμφέροντα ήταν …ίδια
Κι όσο για εκείνους που κυβέρνησαν τη χώρα μέχρι τα τέλη του 1909 υπάρχει τουλάχιστο το ελαφρυντικό ότι ενεργήσανε σύμφωνα με τα ταξικά τους συμφέροντα. Εάν οι κοτζαμπάσηδες και οι καπετανέοι που γίνανε αυλικοί, και ορισμένοι απ’ αυτούς κοτζαμπάσηδες με την αρπαγή των εθνικών γαιών, έδιναν στο αγροτικό πρόβλημα της Επτανήσου τη λύση που περίμεναν οι δουλοπάροικοι θα θέτανε σε άμεσο κίνδυνο και τα δικά τους συμφέροντα που ήταν τα ίδια με τα συμφέροντα των επτανήσιων αρχόντων.
Ότι οι δουλοπάροικοι ήταν Έλληνες ενώ οι άρχοντες ήταν ξένοι ή Έλληνες που έγιναν τιμαριούχοι για πολύ βρώμικες και πολύ ύποπτες υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στον κατακτητή εις βάρος των ομοεθνών τους, αυτό δεν είχε και δεν μπορούσε να είχε καμία σημασία αφού επρόκειτο για τα υλικά τους συμφέροντα. Αυτά τα συμφέροντα είναι που καθορίζουν τη στάση της οποιασδήποτε άρχουσας τάξης απέναντι στο οποιοδήποτε πρόβλημα. Έτσι γίνεται πάντα από τότε που υπάρχουν εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι στον πλανήτη μας. Οι Έλληνες κοτζαμπάσηδες δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση.
Αλλά όλοι οι ιστορικοί μας βεβαιώνουν ότι με το στρατιωτικό κίνημα του Ζορμπά η εξουσία μεταβιβάζεται από τα τζάκια στην αστική τάξη και στους πιο φιλελεύθερους και προοδευτικούς εκπροσώπους της. Έπρεπε να περιμένουμε μια άμεση λύση του αγροτικού προβλήματος, όχι γιατί η αστική τάξη είναι ικανή να βάζει τα συμφέροντα των άλλων τάξεων πάνω από τα δικά της. αλλά γιατί η απόδοση της γης στους καλλιεργητές της είναι σύμφωνη με τα δικά της συμφέροντα και το δικό της ιστορικό καθήκον.
Όμως η αστική τάξη, αντί με τις λαϊκές δυνάμεις που αποδέσμευσε το στρατιωτικό κίνημα, να συντρίψει τα τζάκια και να εκκαθαρίσει το πολιτικό έδαφος της χώρας από όλα τα υπολείμματα της φεουδαρχικής βαρβαρότητας, αυτή συνθηκολόγησε αμέσως με τα τζάκια και την Αυλή. Το αγροτικό ζήτημα προκαλούσε πάντα έναν παθολογικό φόβο στη φιλελεύθερη αστική τάξη και ήταν γι’ αυτήν μία διαρκής ενόχληση. Πάντα ή έβρισκε αφορμές για να αναβάλλει τη λύση του ή κατασκεύαζε νόμους που δεν λέγανε τίποτε.
Όσες φορές δόθηκε μία λύση ή ψευτολύση αυτό έγινε πάντα είτε κάτω από την απειλητική πίεση των μαζών, είτε για να νομιμοποιήσει μια κατάσταση που οι αγρότες μόνοι τους είχαν επιβάλλει. Για να διανεμηθεί ένα μέρος των τσιφλικιών του Θεσσαλικού κάμπου στους καλλιεργητές τους έπρεπε να προηγηθεί η μεγάλη εξέγερση της 6ης του Μάρτη 1910. Στην Κέρκυρα χρειάστηκαν 63 ολόκληρα χρόνια για την ένωση για να απαλλαγούν αυτά τα κτήματα που από αιώνες τα πότιζαν οι χωρικοί μας με τον ιδρώτα τους και με το αίμα τους από τα ποικιλώνυμα εδαφονομικά. τιμαριωτικά, εμφυτευτικά, αγροληπτικά κ.λ.π. βάρη και να περιέλθει επιτέλους η κυριότης στους καλλιεργητές τους. Όσο για τα αχανή «ιδιόκτητα» αρχοντικά ούτε νύξη ποτέ δεν έγινε για την απαλλοτρίωση τους.
Ούτε οι δημοκράτες, ούτε το ΚΚΕ
Η ΕΠΕΚ δεν τα περιέλαβε στο νόμο για την απαλλοτρίωση των μεγάλων κτημάτων γιατί το Σύνταγμα. έλεγε, επιτρέπει την απαλλοτρίωση των «πεφυτευμένων χώρων» μόνο «υπό περιορισμούς και προϋποθέσεις που καθιστούν αυτήν απραγματοποίητου». Αλλά αν η ΕΠΕΚ και τα συνεργαζόμενα μ’ αυτήν τότε δημοκρατικά κόμματα, θέλανε πράγματι να λύσουν αυτό το ζήτημα, αλλά τους εμπόδιζε το Σύνταγμα. γιατί δεν προχωρούσαν στη σύγκληση Συντακτικής που θα καταργούσε αυτά τα άρθρα του Συντάγματος και ακόμα ίσως μερικά άλλα;
Μια τέτοια πράξη θα έδινε στο πρόγραμμα της αλλαγής μία μαγική δύναμη που θα ξεσήκωνε στο πόδι τις λαϊκές μάζες της χώρας και θα κονιορτοποιούσε τη συναγερμική αντίδραση.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα, ενώ από την ίδρυση του είχε αναγράψει στη σημαία του την δίχως αποζημίωση απαλλοτρίωση των μεγάλων κτημάτων υπέρ των ακτημόνων αγροτών, όταν του δόθηκε η ευκαιρία να το πραγματοποιήσει, όταν αμέσως μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων δημιουργήθηκαν οι πιο ευνοϊκές γι’ αυτό πολιτικές συνθήκες, αυτό έδωσε εντολή στον ΕΛΑΣ, στην πολιτοφυλακή του και στην ΟΠΛΑ να τσακίσουν δίχως οίκτο κάθε επαναστατική πρωτοβουλία για βίαιη κατάληψη κτημάτων.
Ο Γ. Ζεύγος κομμουνιστής υπουργός στην Κυβέρνηση Παπανδρέου, όχι μόνον δεν έθεσε το ζήτημα αλλά ούτε νύξη δεν έκανε γραφτά ή προφορικά γι’ αυτό.
Μια ιστορική αποστολή
Η λύση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων, δεν εξαρτάται από την πειστικότητα της επιχειρηματολογίας των εκμεταλλευομένων, αλλά μόνον από τη σχέση των δυνάμεων. Το ζήτημα των αρχοντικών ελαιώνων της Κέρκυρας, θα λυθεί σε έναν ευνοϊκό για τις μάζες συσχετισμό των δυνάμεων είτε με την άμεση επέμβαση τους, είτε από τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους τους. αλλά πάντα κάτω από την ισχυρή δική τους εξωκοινοβουλευτική πίεση.
Τότε και οι νομικές διατυπώσεις θα βρεθούν και το Σύνταγμα θα προσαρμοστεί με τα συμφέροντα και τους πόθους του λαού. Όμως δεν αρκεί μία απλώς ευνοϊκή συγκυρία. Είναι απαραίτητο, ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος των ενδιαφερομένων μαζών να έχει από πριν συνείδηση του προβλήματος και των μέσων για την λύση του. Κι αυτή προ παντός είναι η ιστορική αποστολή της πρωτοπορίας και όχι η «κηδεμονία» των μαζών.
Όσο πιο καθαρά τεθούν τα ζητήματα και όσο μεγαλύτερος θα είναι ο αριθμός των εργαζομένων που θα έχει συνείδηση αυτών, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ορμή και η πίεση των μαζών και τόσο πιο ανώδυνη για την Κοινωνία η λύση τους.
Η φωνή των σκλάβων χωρικών
Ορισμένοι από τους πρώτους επτανήσιους βουλευτές προέρχονταν από τα αγροτικά στρώματα και αναμφισβήτητα υπήρξαν οι γνήσιοι φορείς των πόθων των χωρικών της νήσου.
Η Βουλή του 1865 είναι η πρώτη και ίσως και η μόνη που είχε το προνόμιο ή για άλλους το ατύχημα να παραχωρήσει το βήμα της για να ακουστεί απ’ αυτό καθαρή, ειλικρινής και βροντώδης η φωνή των σκλάβων χωρικών της Επτανήσου. Αυτοί οι επτανήσιοι βουλευτές, ανάμεσα στους οποίους προέχει η μεγάλη μορφή του Πολύχρονη Κωνσταντά θέλουν απ’ αυτό το βήμα απλά, όπως απλοί ήταν και οι ίδιοι, το ζήτημα της οικονομικής και κοινωνικής απολύτρωσης των χωρικών από τη φεουδαρχική δουλεία.
Επανέρχονται συνεχώς και επιμένουν και τέλος κατορθώνουν παρά τη λυσσώδη αντίδραση των κοτζαμπάσηδων και μιας Βουλής που ήταν συνηθισμένη να ακούει κούφιες, ηχηρές φράσεις και ρουσφετολογικούς καυγάδες, να ψηφιστεί ο νόμος ΣΜΔ του 1867. Με τον νόμο αυτόν καταργείται ο θεσμός των τιμαρίων. Είχε για την εποχή του αυτός ο νόμος μία αξία. αλλά ήταν όμως πολύ μακριά από το να δώσει μία οριστική λύση στο αγροτικό ζήτημα.
Το πιο επαχθές βάρος ήταν οι αγροληπτικές και εμφυτευτικές εισφορές, οι οποίες και διατηρούνταν, όπως και ο όγκος των τοκογλυφικών χρεών και των καθυστερημένων εισφορών.
Οι διηνεκείς αγροληψίες και εμφυτεύσεις ήταν σχέσεις που είχαν συναφτεί μεταξύ δύο δήθεν ελευθέρων συμβαλλομένων και γι’ αυτό έπρεπε περισσότερο «εμπεριστατωμένα» να τις μελετήσουν οι σοφοί νομικοί και οι πατέρες του έθνους.
Αγροληψία: στην ουσία εκμετάλλευση
Ο άρχοντας με τη διηνεκή αγροληψία παραχωρούσε με συμβόλαιο στον αγρολήπτη ένα αγροτικό κτήμα, χέρσο κατά κανόνα, κι αυτός ο αγρολήπτης αναλάμβανε την υποχρέωση να το καλλιεργήσει και να συνεισφέρει στον άρχοντα, ένα καθορισμένο από το συμβόλαιο μερίδιο από τα προϊόντα που θα παρήγαγε. Το δικαίωμα της συγκυριότητας στις διηνεκείς αγροληψίες υπόκειτο στον όρο της υποχρεωτικής καλλιέργειας του κτήματος και της εμπροθέσμου καταβολής του μεριδίου.
Το κτήμα μπορούσε συνεπώς να επανέλθει στον άρχοντα εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν εκπληρώνονταν οι όροι του συμβολαίου.
Η διηνεκής εμφύτευση είναι ότι περίπου και η διηνεκής αγροληψία. Παραχωρούνταν στον εμφυτευτή ένα κτήμα με την υποχρέωση να το βελτιώνει και να πληρώνει μία καθορισμένη κάθε χρόνο παροχή ή σε χρήμα ή σε είδος από τα παραγόμενα προϊόντα. Ο άρχοντας μπορούσε να ζητήσει την επανέλευση του κτήματος στην περίπτωση που ο εμφυτευτής δεν επλήρωνε σε τρία συνεχή χρόνια ή αντί να καλλιεργεί το κτήμα το εχειροτέρευε.
Είναι εντελώς φανερό ότι και οι αγροληψίες και οι εμφυτεύσεις είναι μορφές φεουδαρχικής εκμετάλλευσης. Κι ακόμα το μερίδιο από τα παραγόμενα προϊόντα που ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει ο αγρολήπτης και ο εμφυτευτής στον άρχοντα ήταν πολύ μεγαλύτερο από την τιμαριωτική εισφορά που πλήρωνε ο δουλοπάροικος.
Ο πανίσχυρος άρχοντας και ο πρόσφυγας
Τα πρώτα αγροληπτικά και εμφυτευτικά συμβόλαια χρονολογούνται στην Κέρκυρα από τις αρχές του 16ου αιώνα. Είναι η εποχή του επανεποικισμού της νήσου, όταν η επιδρομή προ παντός του Μπαρμπαρόασα δεν είχε αφήσει τίποτε όρθιο πάνω στο νησί, ούτε σπίτια, ούτε δένδρα, ούτε ζώα. ούτε ανθρώπους.
Περισσότεροι από τα τρία τέταρτα των κατοίκων της νήσου ή σφαγήκάνε ή πουληθήκανε στα σκλαβοπάζαρα. Το νησί ερημώθηκε και η γη έμενε ακαλλιέργητη. Κατόπιν, όταν η ναυτική και στρατιωτική ισχύς της Ενετικής Δημοκρατίας παρείχε μια ασφάλεια, το νησί εποικίστηκε εκ νέου από πρόσφυγες που κατέφευγαν εκεί απο την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, για να γλυτώσουν απ’ το μαχαίρι, την κρεμάλα, τη φυλακή, το παιδομάζωμα. Απ’ αυτούς τους πρόσφυγες είναι οι αγρολήπτες και οι εμφυτευτές.
Είναι λοιπόν τόσο φανερό πόσο ίσοι και ελεύθεροι ήταν οι δύο συμβαλλόμενοι, ο πανίσχυρος άρχοντας και ο κυνηγημένος από τους Τούρκους δίχως σπίτι και δίχως κανένα πόρο ζωής πρόσφυγας από την Ήπειρο, την Πελοπόννησο, την Κρήτη κ.λπ. και είναι τόσο συνεπώς πολύπλοκες νομικώς οι σχέσεις μεταξύ αγροληπτών και εμφυτευτών από το ένα μέρος και αρχόντων αγροδοτών από το άλλο, ώστε δικαιολογημένα χρειάστηκαν 63 ολόκληρα χρόνια οι σοφοί νομικοί της χώρας για να αποφανθούν αν μπορούν δίχως να παραβιάσουν την ιερότητα της ιδιοκτησίας, να αποκτήσουν οι καλλιεργητές την κυριότητα στο κομμάτι της γης που επί 400 χρόνια το ποτίζανε με το αίμα τους και με τον ιδρώτα τους.
Και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι έργο των χειρών αυτών των προσφύγων είναι τα εκατομμύρια των ελαιοδέντρων που σαν ένας τεράστιος πράσινος τάπητας καλύπτουν όλο το νησί από τη μία άκρη έως την άλλη. Σε ένα διάστημα από 50 χρόνια η παραγωγή του νησιού σε λάδι αυξήθηκε από 160.000 οκάδες σε 3.200.000.
63 χρόνια… νομοθεσίας
Θα περάσουν από την ψήφιση του νόμου ΣΜΔ, 45 ακόμα χρόνια, τα πιο στείρα που γνώρισε η χώρα, για να αποφασίσει η Βουλή να απασχοληθεί και πάλι με το σοβαρότερο για την εποχή του κοινωνικό ζήτημα.
Το 1912 ψηφίζεται ο νόμος ΔΝΔ. ο οποίος τροποποιούμενος με τον νόμο 423 του 1914 καταργεί: α) Δίχως αποζημίωση τα «επί των αγροτικών κτημάτων της νήσου διηνεκή βάρη συνιστάμενα σε παροχές προς την εγχώριον όιαχείρησιν της Κέρκυρας» και β) Με «αποζημίωση των εδαφοδοτών τα συνιστάμενα σε τιμαριωτικές, εμφυτευτικές, αγροληπτικές σχέσεις που είχαν συνομολογηθεί πριν από την εφαρμογή του Ιονίου Κώδικα και αγροληπτικές σχέσεις που είχαν συναφθεί μετά την εφαρμογή του Ιονίου Κώδικα εφ’ όσον όμως ρητώς αναφέρεται το δικαίωμα της συγκυριότητας».
Το πρώτο μέρος αυτού του νόμου (όπου όμως πρόκειται μόνον για τιμάρια της Ορθόδοξης και Καθολικής εκκλησίας που από το 1320 είχαν περιέλθει στην κυβέρνηση του Ιονίου Κράτους, δίνει πράγματι μία οριστική λύση υπέρ των αγροτών. Το δεύτερο όμως μέρος είναι από τους νόμους εκείνους που εσκεμμένα κατασκευάζονται για να μην λένε τίποτε. Η διαδικασία και ο χρόνος των αποζημιώσεων, καθώς και το πολύ γνωστό στους συντάκτες του νόμου γεγονός, ότι στα μετά την εφαρμογή του Ιονίου Κώδικα αγροληπτικά συμβόλαια, πολύ σπάνια περιέχεται ο όρος της συγκυριότητος, στερούσαν τον νόμο από κάθε πρακτική αξία.
Θα περάσουν 15 χρόνια για να δει το φως της δημοσιότητας το Ν.Δ. του Ιουλίου 1927 «περί κυρώσεως του από 19 Σεπτεμβρίου 1926 Ν.Α.» με το οποίον «απαλλάσσονται οριστικώς από πάσης αποζημιώσεως και από οιουδήποτε βάρους (εδαφονομικού, τιμαριωτικού, εμφυτευτικού, αγροληπτικού κ.λπ.) άπαντα τα ακίνητα της νήσου Κέρκυρας περί ων ο νόμος ΔΝΔ υπέρ των δικαιούχων αγροληπτών, εδαφοληπτών και εμφυτευτών περιερχόμενα κατά κυριότητα εις τους ειρημμένους δικαιούχους ελεύθερα παντός βάρους».
Ο νόμος αυτός θεωρείται από τους συντάκτες του σταθμός στην ιστορία του αγροτικού κινήματος της Κέρκυρας. Και όμως και αυτός ο νόμος παραβιάζει απλώς ανοιχτές θύρες. Έδινε δηλαδή λύση σ’ ένα πρόβλημα που οι αγρότες το είχαν μόνοι τους λύσει. Από αρκετά χρόνια, πριν από τον Ιούλιο του 1927, οι αγρολήπτες και οι εμφυτευτές της νήσου είχαν σταματήσει να δίνουν στους άρχοντες το «μερίδιο» τους. Το Ν.Δ. του Ιουλίου 1927. το πολύ περιέβαλε απλώς με νομιμότητα αυτό το γεγονός.
Τίτλοι ιδιοκτησίας: μια φάρσα
Η νομική κατάργηση του θεσμού της δουλοπαροικίας δίχως όμως την απόδοση της γης στους καλλιεργητές της. θα ήταν μια απάτη εις βάρος των χωρικών και μια φάρσα εις βάρος της ιστορίας. Και όμως αυτό περίπου έγινε στην Κέρκυρα, όπου απέραντα σε έκταση και αριθμό ελαιοδένδρων κτήματα εξακολουθούν να παραμένουν στα χέρια των βλαστών και των κληρονόμων των παλιών τιμαριούχων. Ποια η προέλευση και ποια η νομική και ηθική αξία των τίτλων ιδιοκτησίας αυτών των τεράστιων ελαιοκτημάτων που τόσο πολύ τους σεβάστηκαν όλες οι κυβερνήσεις και όλα τα πολιτικά κόμματα της χώρας;
Κι όμως ήσαν… κρατικά
Όταν οι Ενετοί κατά την τέταρτη σταυροφορία καταλάβανε για πρώτη φορά την Κέρκυρα, παραχωρήσανε τα τιμάρια, ο θεσμός των οποίων υπήρχε από το Βυζάντιο, σε δέκα ευγενείς Ενετούς. Όμως, στα παραχωρητήρια έγγραφα σαφώς αναγράφεται ότι η κυριότης ανήκει στο Κράτος.
Όταν η νήσος πέρασε στο Δεσπότη της Ηπείρου και κατόπι στους Ανδηγαυούς, ο αριθμός των τιμαριούχων αυξήθηκε από 10 σε 24. Οι Ενετοί επανέρχονται στο νησί με πρόσκληση των ιδίων των τιμαριούχων το 1386. Αναλαμβάνουν την υποχρέωση να αφήσουν τα τιμάρια στους τότε κατόχους τους, αλλά και πάλι διατηρούν για τον εαυτό τους σαν Κράτος το δικαίωμα της κυριότητας.
Οι Ενετοί μείνανε στην Κέρκυρα 411 ολόκληρα χρόνια. Σ’ όλο αυτό το μεγάλο διάστημα, οι άρχοντες δεν αποκτήσανε την κυριότητα ούτε σε μια σπιθαμή γης. Διαβάζουμε: «ουδέν δικαίωμα ιδιοκτησίας έχουσι οι τιμαριούχοι επί των τιμαρίων… δεν επιτρέπεται εις αυτούς ούτε η δώρησις, ούτε η προίκισις, ούτε άλλος τρόπος απαλλοτριώσεως ή κατακερματήσεως μεταξύ των κληρονόμων αυτών… η επικαρπία χορηγείται μόνον εφόσον οι τιμαριούχοι εκπληρούσι τας προς το Κράτος στρατιωτικός υποχρεώσεις, αι οποίαι ρητώς υπό του Νόμου ορίζονται».
Η σημαία του Ενετικού Λέοντα κατέβηκε από τα φρούρια της Κέρκυρας, όταν τα γαλλικά στρατεύματα δυνάμει της συνθήκης του Κάμπο Φόρμιο καταλάβανε τη νήσο. Όταν δηλαδή ο Βοναπάρτης διέλυσε την τόσο πολύ γερασμένη Δημοκρατία των εμπόρων της Λιμνοθάλασσας. Οι Γάλλοι, φορείς του πνεύματος της Μεγάλης Επανάστασης, παρ’ όλο που η εξουσία είχε ήδη περάσει από τα προάστεια στους αστούς, καταργούν τα τιμάρια. Οι Ρωσσότουρκοι το 1799 τα επαναφέρουν αφού πνίξανε στο αίμα την αντίσταση των χωρικών. Οι Άγγλοι που καταλάβανε τα Εφτάνησα το 1814, τα διατηρούν.
Όμως, και στο Σύνταγμα του 1803, και στα εκτελεστικά διατάγματα της Γερουσίας το 1804, επαναλαμβάνεται ότι η κυριότης των τιμαρίων διατηρείται υπέρ του Κράτους. Σ’ όλες τις σχετικές με το ζήτημα αυτό, κυβερνητικές πράξεις από το 1800 έως το 1825 αναφέρεται ότι η κυριότης των τιμαρίων ανήκει στο Κράτος της Επτανήσου.
Μια μεταβίβαση… εις εαυτόν
Πρώτη φορά το 1825, δημοσιεύεται ο Νόμος 36 του Β’ Κοινοβουλίου που καθιστά τα τιμάρια ελεύθερα από την κυριότητα της Κυβέρνησης υπό ορισμένους όρους. Το 1827 με το Νόμο 67 παρέχεται και στους αγρότες το δικαίωμα να μετατρέπουν σε χρήμα τα εδαφονόμια κ.λπ. και να απαλλαγούν και εντελώς απ’ αυτά με χρηματική εξαγορά. Πριν όμως από οποιαδήποτε πρακτική εφαρμογή, ο νόμος αυτός ανατρέπεται από το Νόμο 26 του Γ’ Κοινοβουλίου, που χορηγεί μόνον στους τιμαριούχους το δικαίωμα να αποκτήσουν την κυριότητα των τιμαρίων. Κράτησε σε ισχύ ο νόμος αυτός δέκα χρόνια. Και στα δέκα αυτά χρόνια, αρκετοί τιμαριούχοι αποκτήσανε την κυριότητα των τιμαρίων, κυριολεκτικά με πενταροδεκάρες.
Το καθεστώς της αγγλικής «Προστασίας» ήταν ο χρυσός αιώνας των φεουδαρχών της Επτανήσου. Η εξουσία είχε περάσει στα δικά τους χέρια και οι στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις της «Προστασίας» ήταν στη διάθεση τους. Και όπως γίνεται πάντα. από καταβολής κόσμου, χρησιμοποίησαν τη δύναμη τους για να αυξήσουν τα προνόμια τους και να τα κατοχυρώσουν νομικά. Ο Νόμος 26 του Γ’ Κοινοβούλιο, απλοελληνικά σημαίνει, ότι οι άρχοντες που αποτελούσαν το Γ’ Κοινοβούλιο, διορισμένοι εκεί από τους Άγγλους αποφασίζουν να μεταβιβάσουν την κυριότητα των τιμαρίων από το Κράτος, στους εαυτούς τους.
Ρωσσότουρκοι οι «ελευθερωτές»
Ο υπ’ αριθμόν 26 Νόμος του Γ’ Κοινοβουλίου, όπως και η πρώτη ληστρική επιδρομή στην ύπαιθρο, είναι γνήσια προϊόντα της κατάστασης που δημιουργήθηκε στην Ευρώπη μετά την οριστική πτώση του Κορσικανού Γίγαντα.
Ορισμένοι «προοδευτικοί» όπως θέλουν να αυτοκαλούνται, διανοούμενοι, γράφοντας με την ευκαιρία της επετείου της ένωσης της Επτανήσου σχετικά με τη γαλλική κατοχή, νόμισαν υποχρέωση τους να φέρουν σε γνώση των σημερινών γενεών, απ’ όλα όσα διαδραματίστηκαν τότε, μόνον ότι τους χρειάζονταν για να δυσφημήσουν τον γαλλικό στρατό: «Ο στρατός αυτός ήταν ρακένδυτος», «τρέφονταν εις βάρος του πληθυσμού», «Κορόιδευε το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος».
Πάντα και στα πιο επικά γεγονότα της ιστορίας, όταν ψάξεις θα βρεις κηλίδες και στίγματα και βρωμιές. Όμως μόνον βαθύτατα αντιδραστικοί ή παθολογικοί τύποι, ειδικά ασχολούνται σ’ αυτές τις μεγάλες στιγμές της ιστορίας για να δούνε μην φαίνεται τίποτε από τον πισινό της. Είναι αλήθεια ότι οι Γάλλοι στρατιώτες ζούσαν εις βάρος των φτωχών εφοδίων της νήσου, αλλά την ευθύνη γι’ αυτό την είχαν οι Αγγλοι που, με τον αποκλεισμό, τους είχαν στερήσει από όλες τις πηγές του ανεφοδιασμού τους.
Η ειρωνεία εις βάρος του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνος ήταν βέβαια μία απρεπής πρόκληση στα θρησκευτικά αισθήματα του πληθυσμού, παρ’ όλο που οι μεσαιωνικές λιτανείες και η απάτη των θαυματουργών λειψάνων δεν μπορούσε παρά αυθόρμητα να προκαλεί την ειρωνεία και την αγανάκτηση των ελευθέρων ανθρώπων.
Οι Γάλλοι στην Κέρκυρα καταργήσανε τα τιμάρια, κάψανε σε επίσημη συμβολική τελετή στις 5 Ιουλίου 1797 το Λίμπρο Ντόρο, το μητρώο δηλαδή των ευγενών της Κέρκυρας και πράγμα που έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία, μεταμορφώσανε τους ταπεινούς δουλοπάροικους σε ατίθασους αντάρτες.
Απ’ αυτά τα ρακένδυτα, αλλά γεμάτα πάθος και φωτιά στρατεύματα, αντλήσανε οι χωρικοί μας τη δύναμη να προβάλλουν μια σθεναρά και ηρωική αντίσταση ενάντια στους Ρωσότουρκους όταν αυτοί επανέφεραν τον θεσμό των τιμαρίων. (Πριν από χρόνια είχε προβληθεί σε κινηματογράφους στην Αθήνα μία σοβιετική ταινία όπου ο Ουσάκωφ, ο μονόφθαλμος τσαρικός ναύαρχος, αρχηγός των Ρωσοτούρκων, παρουσιάζεται για ελευθερωτής της Κέρκυρας από τους Γάλλους).
Και φαίνεται πως η αντίσταση αυτή ήταν πολύ ισχυρή. «Οταν κατέλαβαν οι Ρωσότουρκοι την νήσο, επηκολούθησε επί μακρόν περίοδος αναρχίας». Αυτό μας πληροφορούν οι επίσημοι ιστορικοί που είναι πάντα τόσο αυστηροί στις κρίσεις τους για τους απόκληρους όταν αυτοί εξεγείρονται, όσο είναι επιεικείς για τους εκμεταλλευτές όταν αυτοί πνίγουν στο αίμα τους εξεγερμένους δούλους, δουλοπάροικους ή προλετάριους. Όταν ξανάρθαν οι Γάλλοι ξανάρχισε πάλι το ρεμπελιό.
Οι επιδρομές των αρχόντων
Όμως η «τάξη» που δεν μπόρεσαν να επιβάλλουν οι ορδές του Μοντσενίγου και Ουσάκωφ, αποκαταστάθηκε μόνον όταν η Ιερά Συμμαχία, συντρίβοντας τον Ναπολέοντα, ύψωνε το απαίσιο ανάστημα της πάνω σ’ όλη την αιμάσσουσα και ρημαγμένη Ευρώπη. Ήρθε τώρα η σειρά των αρχόντων.
Οι χωρικοί στα χρόνια του ρεμπελιού είχαν σταματήσει να πληρώνουν τους άρχοντες. Τώρα όμως που η «τάξη» επεβλήθηκε στον κόσμο, οι άρχοντες ζητάνε να πληρωθούν αμέσως και στο σύνολο τους όλα «τα καθυστερημένα». Και επειδή αυτό ήταν αδύνατο για τους αγρότες, δεν προλαβαίνουν τα δικαστήρια να εκδίδουν αποφάσεις αμέσως εκτελεστές για εξώσεις, κατασχέσεις, φυλακίσεις…
Αυτή την επιδρομή δεν θα τη βρούμε σε καμία ιστορία. Θα τη βρούμε στη μνήμη των χωρικών μας όπως τους την μετέδωσαν οι πατέρες τους, στα αρχεία των δικαστηρίων και των υποθηκοφυλακείων και στις τοπωνυμίες μέσα στα απέραντα κτήματα των αρχόντων, που εξακολουθούν να διατηρούν τα ονόματα των παληών καλλιεργητών τους. Την επιδρομή τη σταμάτησε ο επαναστατικός τυφώνας που σάρωσε και ανέσκαψε ολόκληρο το κοινωνικό έδαφος της Ευρώπης το 1848. Το ρεμπελιό ξανάρχισε.
Η εξέγερση της Κεφαλλονιάς είχε κάνει και Άγγλους και καταχθόνιους και φιλελεύθερους και ορισμένους ακόμα αρχηγούς ριζοσπάστες να παγώσουν από το φόβο τους. Παρ’ όλες τις κρεμάλες, τις φυλακίσεις, τις εκτοπίσεις που ακολούθησαν την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης το πνεύμα της ανταρσίας διατηρήθηκε ζωντανό μέχρι το 1864.
Ξέρουμε πόσο τραγικά διαψευστήκανε όλα όσα με τόση λαχτάρα περίμεναν οι χωρικοί μας από την Ένωση. Και το αποτέλεσμα: ο ενθουσιασμός εξατμίζεται, το ηθικό και η πίστη καταρρέουν. Δημιουργείται μία κατάσταση απ’ αυτές που εκπλήσσουν τους ιστορικούς, αλλά που συμβαίνει συχνά στην ιστορία: η μαχητική μάζα των χωρικών σκορπάει και γίνεται σκόνη, ο αντάρτης γίνεται ταπεινός επαίτης.
Έτσι δημιουργείται και το κλίμα για μια δεύτερη ληστρική επιδρομή. Και πάλι επειδή στα χρόνια της πάλης, της πολιτικής δραστηριότητας, του ενθουσιασμού και των ελπίδων, οι χωρικοί είχαν σταματήσει νσ πληρώνουν είχε συσσωρευτεί ένας πελώριος όγκος καθυστερημένων παροχών και χρεών. Οι άρχοντες απαιτούν την εξόφληση τους και επειδή αυτό ήταν αδύνατο μπαίνει πάλι σε κίνηση ο μηχανισμός των δικαστικών αποφάσεων, των κλητήρων, των εξώσεων, των κατασχέσεων, των προσωπικών κρατήσεων. Η διαφορά από προηγούμενα τώρα είναι ότι αυτά γίνονται εν ονόματι του βασιλέως των Ελλήνων…
Εφιαλτικές σκηνές διαδραματίζονται στα χωριά μας, σ’ αυτά τα χωριά που φεγγοβολούσαν από χαρά και ελπίδες τις μέρες της Ένωσης. Αυτοί οι ίδιοι οι χωρικοί που με λύσσα βροντοφωνούσαν από τα μουράγια «έχουμε τα στήθη μας» όταν τα αγγλικά πυροβόλα καταστρέφανε τα φρούρια και τα οχυρά του Βίδου, πτώματα και ράκη σήμερα από την πίκρα δεν είχαν το κουράγιο ούτε να ανοίξουν το στόμα τους να διαμαρτυρηθούν…
Μόνη λύση η απαλλοτρίωση
Γι’ αυτά τα απέραντα, αλλά λογγιασμένα και από αιώνες ακαλλιέργητα αρχοντικά ελαιοκτήματα της Κέρκυρας, δεν υπάρχει άμεσα τουλάχιστον παρά μία και μόνη λύση: η δίχως αποζημίωση απαλλοτρίωση τους και η διανομή στους ακτήμονες και φτωχούς χωρικούς.
Το (χέρι), η στοργή και οι αναμφισβήτητες ικανότητες του Κερκυραίου καλλιεργητή, θα κάνουν αληθινά θαύματα. Οι σημερινοί έρημοι και λογγισμένοι αρχοντικοί ελαιώνες θα μεταμορφωθούν σε τροπικά περιβόλια…
Κι ακόμα, με τη διανομή των αρχοντικών ελαιώνων θα πολλαπλασιαστεί στην Κέρκυρα η οικόσιτος κτηνοτροφία. Σήμερα, είναι τόσο ασφυκτικά περιορισμένη η μικροίδιοκτησία, που και τα προαύλια από τα σπίτια μέσα στα χωριά, έχουν γίνει κήποι και είναι αδύνατο μια οικογένεια να έχει λίγες κότες δίχως να έχει συνεχείς προστριβές και φαγωμάρες με τους γείτονες και τους αγροφύλακες.
Όταν όμως πάρει κάθε αγροτική οικογένεια 400 – 500 συγκεντρωμένα αρχοντικά ελαιόδεντρα θα μπορέσει να φτιάξει μια αγροικία και να εχει όσες κότες, πρόβατα, αγελάδες θέλει…
Τα χωριά μας, που σήμερα είναι βυθισμένα στη φτώχεια και στην αθλιότητα, θα πάρουν ανάσα. Τα θλιβερά καραβάνια των πεινασμένων που κάθε μέρα με ένα φτωχό μπογαλάκι στο χέρι γυρνάν στα χωριά της Πελλοπονήσου ζητιανεύοντας με την τραγουδιστή τους φωνή δουλειά, όπως και τα παιδιά που παν στην Αθήνα για να θάψουν τα νιάτα τους στη βρωμερή λάντζα μιας υπόγειας ταβέρνας, θα μένουν στο παραδείσιο νησί τους και θα αξιοποιήσουν τα ευλογημένα δένδρα που οι άρχοντες είχαν αρπάξει από τους πατέρες τους.
Το θαυματουργό χέρι του κερκυραίου καλλιεργητή, θα ανοίξει για τον εαυτό του και για την κοινωνία τα αστείρευτα αυτά μεταλλεία χρυσού, που σήμερα ένας τίτλος ιδιοκτησίας που στάζει αίμα και βρωμάει μούχλα, τα κρατάει κλειστά. Η χώρα θα εξαγνιστεί από ένα από τα μεγαλύτερα αμαρτήματα της και οι βρυκόλακες του Μεσαίωνα, θα βρουν κι αυτοί την ανάπαυση τους στο νεκροταφείο της Ιστορίας.
Και μια ιστορική ειρωνία…
Τα παραπάνω είναι μέρη ή περιλήψεις από μια μελέτη για το αγροτικό, που είχα γράψει στην Κέρκυρα το 1953. Τότε, είχε μια πρακτική αξία για τους ακτήμονες και φτωχούς αγρότες και για αυτούς γράφτηκε. Τώρα όμως, δεν έχει παρά ιστορική ή μουσειακή αξία. Το πρόβλημα, έχει πρακτικά λυθεί. Οι άρχοντες, μοσχοπουλάνε τα κτήματα τους για ξενοδοχεία και βίλλες, και οι φτωχοί και μεσαίοι αγρότες άνδρες και γυναίκες, έχουν παρατήσει τα κτήματα τους και έχουν γίνει ξενοδοχοϋπάλληλοι, μάγειροι, γκαρσόνια, καθαρίστριες, πωλήτριες, κ.λπ.
Ό,τι έχει σχέση με την παραγωγή, χέρια και μυαλά, δεν απασχολούνται παρά για τον τουρισμό και δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο γι’ αυτόν. Οι πλούσιοι αγρότες ελαιοκτηματίες, δεν βρίσκουν χέρια για τη συλλογή του καρπού. Πέρσυ κουτσά – στραβά, βολευτήκανε με τουρίστες και τουρίστριες. Τα ελαιουργεία, συχνά σταματάνε γιατί δεν υπάρχει νερό. Η κατανάλωση του νερού από τον τουρισμό έχει φτάσει σε απίθανα ύψη. Αλλά οι τσέπες όλου του κόσμου είναι γεμάτες χιλιάρικα.