Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Η ΜΠΟΥΓΑΔΑ



Οι εγγονές μου, προνήπια, νήπια και μαθήτριες των πρώτων τάξεων του Δημοτικού, ρίχνουν τα ρούχα στον κάδο του πλυντηρίου με κάποιο απορρυπαντικό, τον κλείνουν και στον καθορισμένο χρόνο τα ρούχα είναι έτοιμα για να μπουν στις απλώστρες του πίσω μπαλκονιού. Μια μέρα κάποια από αυτές με ρώτησε πολύ σοβαρά:
- Παππού, εσύ σε ποια τάξη πήγαινες όταν έβαλες μπροστά το πλυντήριο για πρώτη φορά;
Δεν απάντησα. Από εδώ ας μάθουν για τα πλυντήρια των παιδικών μου χρόνων.

Η μπουγάδα
Τον καιρό, λοιπόν, που ήμουν παιδί δεν είχαμε πλυντήρια. Το πλύσιμο ήταν μια πολύ κουραστική διαδικασία με προπαρασκευαστικές αλλά και με παρεπόμενες ενέργειες. Το πλύσιμο των ρούχων το λέγαμε μπουγάδα. "Αύριο έχω να βάλω μπουγάδα", λέγανε οι νοικοκυρές, εννοώντας το πλύσιμο των ρούχων στο χέρι, με ζεστό νερό, σαπούνι και αλισίβα. Εκτός από μπουγάδα το λέγαμε και πλύση: "Έβαλα πλύση". Θυμίζω και το παλιό αθηναϊκό τραγουδάκι (επιβιώνει στο Θέατρο Σκιών) που λέει: "Πάρε Αντριάνα μου να σε βοηθώ στην πλύση / και να σου κουβαλώ νερό απ' το Βατραχονήσι", κάπου πιο πέρα από τους Στύλους του Ολύμπιου Δία. Υπάρχει και η παροιμιώδης φράση "Βγαίνει στο πλύσιμο" για παραπτώματα ή απρέπειες που συγχωρούνται όπως αρκετοί ρύποι φεύγουν με ένα καλό πλύσιμο. Αντιθέτως η φράση "μπαίνει στο πλύσιμο" δηλώνει ορισμένα ρούχα που γίνονται πιο στενά όταν πλυθούν. Το στένεμα αυτό συνεπάγεται ενόχληση γι' αυτόν που τα φορά.

Πλυσταριό και πλύστρες
Ο χώρος που γινόταν το πλύσιμο λεγόταν πλυσταριό. Η γυναίκα που βιοποριζόταν πλύστρα (πλύντρια) ενώ, όπως θα δούμε για τη λέξη πλύστρα υπάρχει και δεύτερη έννοια. Η παροιμία "Της προκομμένης πλύστρας πουκάμισο δεν λείπει" δηλώνει οτι ακόμα και με την πιο ταπεινή και κακοπληρωμένη εργασία, εάν κάποιος είναι εργατικός, κερδίζει όσα του χρειάζονται για την ζωή του. Η λέξη πλύτρισσα με την ίδια έννοια αναφέρεται σε δημοτικό τραγούδι: "Κόρη, μην είσαι πλύτρισσα, μην είσαι κοπανίστρα" και περιγράφει όχι μπουγάδα, αλλά αγροτικές πρακτικές με πλύσιμο σε πηγές, σε ποτάμια κλπ., όπου τα χοντρόρουχα (κάπες, βελέντζες κλπ.) πρέπει να κοπανιούνται για να καθαρίσουν. Η αμοιβή που έπαιρναν οι πλύστρες λεγόταν πλυστρικά. Μ' αυτά τα λιγοστά χρήματα πολλές γυναίκες συντήρησαν οικογένεις, μεγάλωσαν, σπούδασαν και πάντρεψαν παιδιά. Άκουγες κάποτε φράσεις σαν αυτή: "Σάπισαν τα χέρια της στην πλύση (ή: στη σκάφη) αλλά έκαμε τον γιο της δάσκαλο".
Πλύστρα ήταν και η γνωστή από την (ιστορική) παράδοση Ψωροκώσταινα. Αυτά τα λίγα πλυστικά που της έδιναν οι αγωνιστές για να πλένει τα λερωμένα τους τα κατέθετε υπέρ του Κράτους στον εθνικό έρανο που έκανε ο Καποδίστριας.
Το πλυσταριό βρισκόταν κάτω από κάποιο υπόστεγο, σε κάποιο βοηθητικό χώρο, κάποτε και σε κουζινάκια μέσα ή έξω από το σπίτι. Στις πρώτες πολυκατοικίες τα πλυσταριά (για χρήση από όλους τους ενοίκους) τα τοποθετούσαν στην ταράτσα, συχνά με μόνιμες υποδομές. Για την αποφυγή καυγάδων ο Κανονισμός μοίραζε τον χρόνο για το πλύσιμο και για το άπλωμα.
Για να γίνει το πλύσιμο έπρεπε να εκπληρωθούν ορισμένα "προαπαιτούμενα", όπως θα λέγαμε σήμερα, δηλαδή να προηγηθούν κάποιες απολύτως αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες. Πρώτη από αυτές ήταν η εξασφάλιση του νερού, από διάφορα σημεία που βρίσκονταν κατά κανόνα έξω από τον χώρο του πλυσταριού, ακόμα και έξω από τον χώρο του σπιτιού. Εμείς ήμασταν τυχεροί. Υπήρχε ένα πηγάδι με γλυφό - υφάλμυρο νερό στον ισόγειο χώρο που ονομάζαμε πλυσταριό. Με το ειδικό δοχείο που το λέγαμε σίκλο έπρεπε να ανεβάσουμε το νερό και να το ρίξουμε στο καζάνι. Για να ζεσταθεί το νερό έπρεπε ν' ανάψουμε φωτιά. Το καζάνι ήταν τοποθετημένο σε μια μεγάλη πυροστιά, με τρία στηρίγματα. Κάτω από την πυροστιά άναβε η φωτιά, με ξύλα που έπρεπε να μαζέψουμε είτε να τα προμηθευτούμε με άλλο τρόπο (αγορά κλπ.). Στο καζάνι με το ζεστό νερό έβαζαν τα ρούχα, ειδικώς δε τα ασπρόρουχα τα οποία μάλιστα τα έβραζαν για κάποια ώρα.

Η σκάφη
Μετά άρχιζε η περιπέτεια του πλυσίματος των ρούχων στη σκάφη. Αρχικά, όπως δηλώνει και η ονομασία της, η σκάφη γινόταν από ένα σκαμμένο και κοιλιασμένο ξύλο. Ανάλογα σκεύη είχαν και άλλες χρήσεις, όπως λ.χ. το ζύμωμα του ψωμιού, το πλύσιμο των παιδιών, αλλά και το πότισμα των ζώων. Σε έκφραση της καθαρότητας του λόγου και των εννοιών υπήρχε η λαϊκή φράση "Τα σύκα, σύκα και τη σκάφη, σκάφη". Η φράση είναι επιβίωμα αρχαίας, καθώς τη βρίσκουμε στα "Ηθικά" του Πλουτάρχου: "Την σκάφην, σκάφην λέγειν", δηλαδή να λες τα πράγματα με το πραγματικό τους όνομα, χωρίς προσποιητή λεπτότητα.
Τη σκάφη και τα μικρά σκαφίδια τα έφτιαχναν ειδικοί τεχνίτες, οι σκαφιδοποιοί ή σκαφιδάδες, υπάρχει δε και το επαγγελματικό επώνυμο Σκαφιδάς. Εκτός από τις ξύλινες υπήρχαν επίσης μεταλλικές και πέτρινες σκάφες. Αργότερα, όταν άρχισαν να χτίζονται οι πρώτες πολυκατοικίες, υπήρχε στην ταράτσα το πλυσταριό με μόνιμη σκάφη από μωσαϊκό και, βεβαίως, αρκετός χώρος για άπλωμα.
Στη διαδικασία της πλύσης έβγαζαν λίγα - λίγα τα ρούχα από το καζάνι και τα έβαζαν στη σκάφη. Όμως η πιο δύσκολη φάση ήταν όταν έπρεπε να αρχίσει το τρίψιμο των ρούχων πάνω στο ειδικό σανίδι της σκάφης  που το έλεγαν και πλύστρα, όπως την επαγγελματία πλύντρια. Το σανίδι της σκάφης ήταν φαρδύτερο στο επάνω μέρος και στενότερο στο κάτω (περίπου ανεστραμμένο δέλτα) και η μπροστινή επιφάνειά του ήταν αυλακωτή, ενώ η πίσω πλευρά προσαρμοζόταν στη σκάφη. Άπλωναν λοιπόν το ρούχο στην μπροστινή επιφάνεια και το έτριβαν με την πλάκα το σαπούνι, ιδιαιτέρως έντονα μάλιστα εκεί όπου μπορούσε να υπάρχει συσσωρευμένη βρομιά.

Το σαπούνι
Για την πραγματοποίηση της μπουγάδας, εκτός από το νερό ουσιαστική προϋπόθεση ήταν και το σαπούνι. Συχνά μέχρι πριν μερικές δεκαετίες το σαπούνι ήταν ιδιοκατασκευή κάθε οικογένειας, με πρώτη ύλη τα άχρηστα λίπη και έλαια και ποτάσα του εμπορίου. Στα άχρηστα λίπη περιλαμβάνονταν το ταγγισμένο λάδι, η μούργα του λαδιού, υπόλοιπα λαδιού από σάλτσες, φαγητά, σαλάτες, λίπος από ζώα κλπ. Τα κατάλοιπα αυτά έβραζαν με ποτάσα σε καζάνι και όταν το μίγμα γινόταν ένα παχύρευστο υγρό το έχυναν σε ξύλινο καλούπι και το άφηναν να στεγνώσει. Στη συνέχεια και λίγο πριν σκληρύνει το έκοβαν σε παράλληλα κομμάτια, τις πλάκες. Αυτή ήταν η αδρά ερασιτεχνική  παρασκευή στο επίπεδο της οικοτεχνίας. Υπήρχε όμως και επαγγελματικότερη παρασκευή σε ειδικό μικροβιομηχανικό επίπεδο. Οι χώροι λέγονταν λαϊκά σαπουνάδικα, επισημότερα σαπωνοποιεία ενώ ο κατασκευαστής έπαιρνε το προσαγορευτικό σαπουνάς και σαπουντζής και σαπουντζάκης, που τελικά παρέμειναν σε πολλές περιπτώσεις και ως επώνυμα.
Το σαπούνι δεν είναι ένα προϊόν των νεότερων χρόνων. Ήταν γνωστό και σε χρήση από πολλούς αιώνες. Ο Πλίνιος γράφει οτι το σαπούνι ήταν γνωστό στους Φοίνικες οι οποίοι το παρασκεύαζαν από λίπος κατσικίσιο και στάχτη ξύλων. Ήταν δηλαδή γνωστό ίσως και πριν 2300 χρόνια. Αναφέρεται από τον γιατρό και συγγραφέα Ρούφο τον Εφέσιο (1ος αι. μ.Χ.) καθώς και από τον Αρεταίο τον Καππαδόκη (2ος αι. μ.Χ.) είχε δε την ονομασία "γερμανικόν σμήγμα". Ο Γαληνός ήδη από τον 2ο αι. μ.Χ. επισημαίνει τον σημαντικό του ρόλο στην καθαριότητα και εξ αυτού στην υγεία.
Το σαπούνι διαλύεται στο νερό κι έτσι γίνεται σαπουνάδα, που έχει τη δυνατότητα να δρα ως γαλακτωματοποιητής: από τη μια μεριά ενώνεται με τον (λιπώδη) ρύπο, από την άλλη με το νερό, ώστε να εκπλένονται και να απομακρύνονται οι ρύποι. Είδαμε οτι συχνά οι γυναίκες έτριβαν τα ρούχα με το σαπούνι πάνω στη σανίδα της πλύσης για καλύτερο αποτέλεσμα. Αλλά και σ' αυτή την προσπάθεια καθαρισμού, το καλό αποτέλεσμα δεν ήταν πάντα δεδομένο. Ενδεικτική και με τις μεταφορικές έννοιες είναι η παροιμία "Τον αράπη σαπουνίζεις, το σαπούνι σου χαλάς", δηλαδή οι προσπάθειες μπορεί να παραμείνουν άγονες αν κάτι δεν επιδέχεται διόρθωση. Η σαπουνάδα περιέχει αρκετές φυσαλίδες, σαπουνόφουσκες, που έδωσαν έμπνευση για τις σαπουνόφουσκες σαν παιγνίδι των παιδιών, αλλά και τη μεταφορική έννοια της ασταθούς και της αστήρικτης άποψης.
Το σαπούνι άρχισε μεταπολεμικά να αντικαθίσταται στην πλύση από τα απορρυπαντικά. Θυμάμαι προσωπικά τα πρώτα απορρυπαντικά κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Ένα από αυτά το ΚΛΙΝ είχα σε κάθε σακουλάκι ένα μικρό πλαστικό παιγνίδι ή ένα μικρό κουτάκι κρέμα και άλλα ανάλογα δώρα. Γρήγορα ο κόσμος άρχισε να λέει για κάθε πράγμα που είχε ελάχιστη αξία: Στο ΚΛΙΝ το βρήκες; (ακόμα και για νύφες ή για γαμπρούς). Ο ανταγωνισμός των απορρυπαντικών άρχισε στη συνέχεια να προσφέρει όπως και στο εξωτερικό ραδιοφωνικές εκπομπές σε συνέχειες, γνωστές με το όνομα "σαπουνόπερες", επειδή μεταδίδονταν την ώρα της σπιτικής λάτρας.

Η αλισίβα
Ήταν ουσιαστικό υλικό για να καθαριστούν τα βαμβακερά, τα λινά, τα ασπρόρουχα κλπ. Φτιαχνόταν από στάχτη και ζεστό βρασμένο νερό. Η στάχτη έπρεπε να προέρχεται από καύση ξυλανθράκων. Για να φύγουν ψήγματα από κάρβουνο ή άλλα υλικά που μπορεί να υπήρχαν, η στάχτη κοσκινιζόταν με ψιλή κρισάρα περισσότερες από μία φορές, έπρεπε όπως έλεγαν να βγαίνει σαν πούδρα. Έβαζαν τη στάχτη σε υφασμάτινο σακουλάκι, με πυκνό ύφασμα, και μετά το πρώτο χέρι (την πρώτη πλύση) τα στοιβαγμένα ρούχα περιχύνονταν από πάνω με βραστό νερό, διαποτίζοντας έτσι με το σταχτόνερο τα πλυμένα ρούχα. Η φάση αυτή της μπουγάδας ονομαζόταν αλισίβιασμα. Το δε ρήμα αλισιβιάζω σημαίνει περιχύνω με αλισίβα τα πλυμένα ρούχα που είναι τοποθετημένα (στοιβασμένα) στο κοφίνι της μπουγάδας μετά την πρώτη πλύση ώστε να αποκαθαριστούν, να λευκανθούν και να μοσκοβολήσουν. Γιατί η αλισίβα ήταν που έδινε τη χαρακτηριστική μοσκοβολιά στα πλυμένα στη μπουγάδα ρούχα. Κατά τόπους η αλισίβα βρισκόταν και με άλλα ονόματα: θολοστάχτη, σταχτόνερο, θερμός (ο) ενώ αντιστοίχως υπήρχε και το ρήμα ξεθερμίζω, ως συνώνυμο του αλισιβιάζω, αλλά  και μπουγαδιάζω.
Αναφέρθηκε πιο πάνω το κοφίνι της πλύσης ή μπουγαδοκόφινο. Ήταν μεγάλο και φαρδύ από καλάμι και λυγαριά, με δύο λαβές για τη μεταφορά των πλυμένων για άπλωμα. Η λέξη αποτελούσε ύβρη για τις γυναίκες, υπονοώντας μεγάλη λεκάνη. Σπανιότερα αντί για μπουγαδοκόφινο χρησιμοποιούσαν για το στοίβαγμα των πλυμένων πλεκτά κιβώτια.

Το λουλάκιασμα και το κολλάρισμα
Μετά το δεύτερο χέρι του πλυσίματος των ρούχων και πριν τη συγκέντρωσή τους για άπλωμα γινόταν το λουλάκιασμα. Βουτούσαν δηλαδή τα καθαρά λευκά υφάσματα, εσώρουχα, πουκάμισα κλπ. σε καθαρό νερό μέσα στο οποίο είχαν ρίξει το λουλάκι. Αν και είχε χρώμα μπλε στη στερέα του μορφή, στο διάλυμά του μέσα στο νερό έδινε ελαφρά υποκύανη απόχρωση, ενώ στα ρούχα έδινε λευκότητα. Το λουλάκι ήταν φυτικό προϊόν που έβγαινε από το φυτό ίσατις η βαφική (ινδικόν), το οποίο ήταν γνωστό από την αρχαιότητα. Αρχαίοι συγγραφείς όπως ο Ιπποκράτης, ο Θεόφραστος, ο Διοσκουρίδης, ο Πλίνιος κ.ά. αναφέρουν την ισάτιδα ή ισάτιδα βοτάνην για οικιακές και φαρμακευτικές χρήσεις. Από τα φύλλα του φυτού βγαίνει η βαφή, με βαθύ κυανό χρώμα, που ήταν σε χρήση στις μπουγάδες των περασμένων δεκαετιών.
Μία άλλη διαδικασία που ολοκήρωνε την μπουγάδα ήταν το κολλάρισμα. Η κόλλα είναι μια άσπρη σκόνη αμύλου με την οποία γίνεται η αμύλωση των λευκών πουκαμίσων. Η κόλλα διαλυόταν στο νερό και μέσα στο διάλυμα βουτούσαν τα πουκάμισα (αλλά και λινά και βαμβακερά υφάσματα) ώστε μετά, με το σιδέρωμα, να γίνουν σκληρά και καλοτεντωμένα, χωρίς ζαρώματα. Η εποχή απαιτούσε αψεγάδιαστα πουκάμισα για τους αστούς.

Το άπλωμα
Τα μπουγαδισμένα ρούχα έπρεπε να στεγνώσουν. Το στέγνωμα γινόταν με το άπλωμα, δηλαδή με την έκθεση των ρούχων στην ύπαιθρο, είτε σε ηλιόλουστα μέρη είτε σε μέρη που φυσούσε αεράκι. Η παρουσία αέρα "στεγνωτή και μυρωδάτου" αποτελούσε συχνά και λόγο για να βάλει μια νοικοκυρά μπουγάδα. Ενώ στην ύπαιθρο το άπλωμα των ρούχων μπορούσε να γίνει και σε κάποιο θάμνο ή σε άλλα φυσικά σημεία, στο αστικό περιβάλλον το άπλωμα απαιτούσε τεντωμένο σκοινί, στερεωμένο στις δύο άκρες. Επειδή από το βάρος των βρεγμένων ρούχων μπορούσε να καμπυλώνεται το σκοινί και να κινδυνεύουν τα ρούχα να ακουμπήσουν στο έδαφος, συχνά υπήρχε κοντάρι, τοποθετημένο στη μέση περίπου της διαδρομής για να ανασηκώνει το σκοινί.
Λαμβανόταν επίσης σχετική μέριμνα ώστε τα γυναικεία κυρίως εσώρουχα να τοποθετούνται σε πιο διακριτικές θέσεις και να αποφεύγονται ανεπίτρεπτοι για την εποχή σχολιασμοί. Ιδιαίτερο... ενδιαφέρον παρουσίαζε το άπλωμα των λεγόμενων "κωλόπανων" που βεβαίως πλένονταν στο χέρι. Έλεγαν δε έτσι τα ειδικά πανιά που έπαιζαν το ρόλο που παίζουν οι σημερινές "πάνες" για το άλλαγμα των μωρών. Φανταστείτε την ατελείωτη σειρά από πάνες, αν υπήρχαν στο σπίτι δύο παιδιά που δεν είχαν τον "έλεγχο των σφιγκτήρων". Το ίδιο ισχύει για τα λεγόμενα "μ...όπανα", που χρησιμοποιούσαν γυναίκες που είχαν περίοδο, στην εποχή πριν την εφαρμογή της "σερβιέτας". Μπορούσε ο καθένας (αν είχε τέτοιο... βίτσιο) να παρακολουθεί την εξέλιξη του έμμηνου κύκλου των γυναικών της γειτονιάς.
Η απλωμένη μπουγάδα δεν ήταν εκτεθειμένη μόνο στα μάτια των γειτόνων, αλλά και στα χέρια τους. Υπήρχαν οι λεγόμενοι μπουγαδοκλέφτες, άνθρωποι που έκλεβαν τα απλωμένα μπουγαδιασμένα ρούχα. Το αδίκημα, μαζί με εκείνο του κλεφτοκοτά, ήταν από τα πιο ατιμωτικά για τον κλέφτη, λόγω της ευτέλειας των κλοπιμαίων. Στους μπουγαδοκλέφτες δεν περιλαμβάνονταν οι φετιχιστές, δηλαδή που για άλλους λόγους έκλεβαν και οικειοποιούνταν γυναικεία εσώρουχα.
Για να μη πέφτουν τα ρούχα από το βάρος τους κια να μη τα παίρνει ο αέρας, οι νοικοκυρές χρησιμοποιούσαν τα μανταλάκια. Μανταλάκι είναι υποκοριστικό της λέξης μάνταλο / μάνταλος, ξύλινες λαβίδες για τη συγκράτηση των ρούχων. Αργότερα τα ξύλινα μανταλάκια αντικαταστάθηκαν από πλαστικά. Όταν έλειπαν τα μανταλάκια στερέωναν τα ρούχα με κοινές καρφίτσες, διακινδυνεύοντας όχι μόνο να τρυπηθούν, αλλά και να πέσουν κάτω τα φρεσκοπλυμένα ρούχα.

Σιδέρωμα
Η διαδικασία της μπουγάδας τελείωνε με το σιδέρωμα, που γινόταν για την εξομάλυνση της επιφάνειας του ρούχου, για στίλβωση του υφάσματος αλλά και για απολύμασνη. Για την εξομάλυνση της επιφάνειας, για το ίσιωμα δηλαδή των ρούχων προϋπήρχαν από αιώνες εργαλεία από ξύλο, γυαλί, μάρμαρο, μέταλλο. Μετά σκέφτηκαν και την προσθήκη της θερμότητας. Από τον 15ο αιώνα αναφέρονται μεταλλικές πλάκες που ζεσταίνονταν στην εστία. Από τον 17ο αιώνα το σιδέρωμα άρχισε να εφαρμόζεται  για τα πλυμένα ρούχα. Τον 20ο αιώνα χρησιμοποιούνταν συμπαγή σίδερα, μικρού μεγέθους αλλά αρκετού βάρους, περί τις 3 οκάδες (4 κιλά) που ζέσταιναν σε ανοιχτή φωτιά. Είχε ξύλινη λαβή για να το κρατά από εκεί η νοικοκυρά κατά την κουραστική έτσι κι αλλιώς διαδικασία του σιδερώματος. Αν θυμάμαι καλά ορισμένες το έλεγαν λόγω του σχήματός του παπάκι. Περί τις μέσες δεκαετίες του αιώνα αυτός ο τύπος σίδερου χωρίς να έχει καταργηθεί, είχε σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από άλλο τύπο που είχε μέσα του τη θερμαντική "πηγή". Αυτό το σίδερο μερικές νοικοκυρές το έλεγαν βαποράκι λόγω του σχήματός του. Η επάνω επιφάνεια, στερεωμένη στο πίσω άκρο της, ανασηκωνόταν για τον εφοδιασμό με τα αναμμένα κάρβουνα που είτε τα έφτιαχναν γι αυτό τον σκοπό, είτε τα έπαιρναν από το τζάκι ή το μαγκάλι. Στο ίδιο τμήμα υπήρχε ξύλινη λαβή για το ανασήκωμα προς εφοδιασμό, αλλά και, κυρίως, για τη μετακίνησή του κατά το σιδέρωμα. Ειδικό μάνταλο ασφάλιζε αυτή την επιφάνεια, όταν δεν χρειαζόταν να είναι ανοιχτή. Στο κατώτερο πλαϊνό μέρος του σίδερου υπήρχαν μακρόστενες οπές (αεραγωγοί) για να μπαίνει ο αέρας και να συντηρείται η καύση. Όταν κινδύνευε να σβήσει η φωτιά κουνούσε σε πλάγια κίνηση (δεξιά - αριστερά) το σίδερο ώστε τα κάρβουνα να ανάψουν πάλι. Ένας από τους κινδύνους με αυτό το σίδερο ήταν να πεταχτούν καψαλήθρες και να κάψουν και να μουντζουρώσουν το ρούχο. Όταν τα κάρβουνα έσβηναν σχεδόν τελείως έπρεπε να διακοπεί το σιδέρωμα και να ξαναγεμίσουν το σίδερο με φρέσκα κάρβουνα. Και για τους δύο τύπους σίδερου που αναφέρθηκαν οι σιδερώστρες έπρεπε να χρησιμοποιούν ένα απλό πανί ανάμεσα στο ρούχο και στο σίδερο, ώστε το ρούχο να προστατεύεται από το θερμικό κιτρίνισμα, αν το σίδερο ήταν πολύ ζεστό. Επίσης κατά καιρούς έπρεπε να καταβρέχουν με το χέρι τους το ρούχο για πιο επιτυχημένο σιδέρωμα. Όταν κάποια σιδέρωνε δεν έπρεπε να την ενοχλούν παιδιά, συγγενείς και γειτόνισσες καθώς η παραμικρή απροσεξία μπορούσε να οδηγήσει σε καταστροφή του ρούχου, για το οποίο εκτός από τη δαπάνη, είχε επενδυθεί και τόσος κόπος. Αν δε η σιδερώστρα ήθελε να ξεκουράσει στιγμιαία το χέρι της απέθετε το σίδερο σε ειδική μεταλλική βάση που υπήρχε εκεί που σιδέρωνε.
Εν τω μεταξύ στον Νέο Κόσμο ήδη από τη δεκαετία του 1880 ο  Henry Seely είχε εφεύρει και βελτίωνε συνεχώς το ηλεκτρικό σίδερο. Όμως η Αμερική ήταν ακόμα τότε πολύ μακρινή - όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και οικονομικά και κοινωνικά. Το νέο εργαλείο έφθασε στην Ελλάδα αρκετές δεκαετίες αργότερα.

Σήμερα
Έχει περάσει βέβαια από τότε μισός αιώνας, ίσως έξη δεκαετίες. Μαζί με όλες τις άλλες τεχνολογικές προόδους θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και το σύγχρονο πλύσιμο των ρούχων, όπου το πλυντήριο επιλέγει πρόγραμμα ανάλογα με τη φύση του υφάσματος, όπου το νερό μπαίνει αυτόματα, θερμαίνεται, αλλάζει, ξαναζεσταίνεται, πλένει πρώτο χέρι, δεύτερο χέρι, ξεπλένει, στίβει κλπ. Έτσι που ακόμα και ένα μικρό παιδί να μπορεί από μόνο του να ρίξει το απορρυπαντικό και να πατήσει ένα κουμπί, ολοκληρώνοντας μια τέλεια μπουγάδα.
    
 ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Α. ΡΗΓΑΤΟΣ

Φωτογραφία Σπύρου Μελετζή - Κίονι Ιθάκης, (Συλλογή Τηλεμαχου Καραβία)

Περιοδικό «Συλλογές», Τεύχος 369


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου