Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

ΠΑΝΑΪΤ ΙΣΤΡΑΤΙ - ΠΟΣΟ ΕΛΛΗΝΑΣ;



Ξαναγυρίζει, επίσημα πια, στη γη του πατέρα του, ο μεγάλος Ελληνορουμάνος συγγραφέας, ο Γκόρκυ των Βαλκανίων, ξαναγυρίζει και τις πόρτες εκείνες που την Άνοιξη του 1928 φεύγοντας σαν ανεπιθύμητος από τούτη τη Χώρα κλείσανε πίσω του ερμητικά, τις ανοίγει η ίδια η Υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών κ. Μελίνα Μερκούρη! Είναι μια μεγάλη και συγκινητική στιγμή.
Τιμιέται επίσημα πια, φανερά και περήφανα απ' όλους μας - όπως περήφανη ήταν η αδούλωτη κι ελεύτερη ψυχή του - εκείνος που, πριν ελάχιστα χρόνια, για να βρούμε και να διαβάσουμε κάτι δικό του έπρεπε να ψάχνουμε με φόβο τις βιβλιοθήκες για καιρό. Κι από προσωπική πείρα, όταν πριν μερικά χρόνια αποφάσισα ν' ασχοληθώ με τον Ιστράτι και παράλληλα να βρω τον τόπο της καταγωγής του πατέρα του κι όσα είχαν σχέση με τον ίδιο και την πνευματική του δημιουργία, στις Βιβλιοθήκες κι όπου ρωτούσα κι έψαχνα μ' αντιμετώπιζαν μ' επιφύλαξη και δυσπιστία. Τα στοιχεία που έβρισκα δεν με ικανοποιούσαν γιατί ήταν ανεπαρκή, μήνες παιδευόμουνα, τα ασήμαντα - σε δυο-τρεις αράδες συνήθως - που υπήρχαν σε βιογραφίες λογοτεχνών κι εγκυκλοπαίδειες ήταν λαθεμένα, γιατί έγραφαν τον Ιστράτι με το όνομα του πατέρα του - δηλαδή σα Γεώργιο Βαλσαμή αντί Γεράσιμο και με τόπο καταγωγής τα Βαλσαμάτα της Κεφαλονιάς - ενώ, από Κεφαλλονίτες συγγενείς του Ιστράτι, γνώριζα πως καταγόταν απ' τα Φαρακλάτα. Και - για ν' αποδώσω τα του Καίσαρος των Καίσαρι - πρέπει να πω οτι σημαντική βοήθεια μου πρόσφερε ο κ. Παναγής Λάσκαρης απ' τ' Αργοστόλι, όταν ζητώντας του αν θα μπορούσε να ψάξει σε παλιά μητρώα και να βρει κάτι που να βεβαιώνει τη γέννηση του πατέρα του Ιστράτι στα Φαρακλάτα - κατά χρονολογική προσέγγιση πριν από την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα - ερεύνησε πρόθυμα και βρήκε καταχωρημένη με χρονολογία 1848 και αριθμό 35, στη σελίδα 7 ενός παλιού μητρώου του τότε Δήμου Φαρακλάτων, τη γέννηση του Γεωργίου Βαλσαμή του Σπυρίδωνος - πατέρα του Ιστράτι - που τώρα φωτοτυπημένη έχει καταχωρηθεί στις σελίδες του βιβλίου μου "Αγωνιστικές Μορφές" έκδοση ΕΥΓΕΡΟΣ.
Αυτός, λοιπόν, ο Κεφαλονίτης Γεώργιος Βαλσαμής του Σπυρίδωνος, έγινε σαν μεγάλωσε ένας ριψοκίνδυνος κι ανήσυχος νέος (μεγάλες ήταν οι ανάγκες της ζωής) κι έφυγε απ' την Κεφαλονιά, γυρεύοντας μια καλύτερη τύχη. Ταξίδεψε, απομακρύνθηκε, και κάποια μέρα, στη Βραΐλα της Ρουμανίας που τον έφεραν τα βήματά του, γνώρισε μια όμορφη κοπέλλα, εργατική και καλή και συνδέθηκε μαζί της. Από τον σύνδεσμο αυτόν στις 10 Αυγούστου 1884 ήρτε στον κόσμο ένας γιός, που τον ονόμασαν Γεράσιμο. Τον είπαν και Παναγή - Παναΐτ στα Ρουμάνικα - από τ' όνομα ενός πρώτου παιδιού, που τόχασαν μικρό.
Ο Γεώργιος Βαλσαμής θα φύγει πρόωρα απ' τη ζωή κι η Ζωΐτσα Ιστράτι θα μείνει με τον Παναΐτ, όπου - περήφανη - δεν θα δεχτεί βοήθεια από τ' αδέρφια της αλλά θα προτιμήσει να εργάζεται για να ζήσουν αυτή και το παιδί της.
Μονάχος ο μικρός Παναΐτ με τις ώρες, αποξενωμένος ολότελα από οικογενειακό περιβάλλον, έξυπνος, ανήσυχος κι ατίθασος, μέσ' απ' τη μοναξιά του αυτή θα διαμορφώσει μια δικιά του αντίληψη ζωής. Κι όταν θα μπορέσει ν' αρχίσει ν' απομακρύνεται, θ' ανακαλύψει τη φύση με την απέραντη ομορφιά της κι αυτή η φυσιολατρεία και τ' ονειροπόλημα δεν θα τον εγκαταλείψουν πια.
Θέλει να μάθει γράμματα, μα οι ανάγκες της ζωής θα τον φέρουν γκαρσόνι σε μια ταβέρνα, για να μπορεί να πηγαίνει ένα μηδαμινό μεροκάματο στη μητέρα του, οι μέρες του όμως εκεί μέσα γίνονται μαρτύριο. Δίνει αργότερα ανάγλυφη την εικόνα, στο αφήγημα "Η ταβέρνα του κυρ - Λεωνίδα" όπου λέει: "Δεκαεννέα ώρες την ημέρα στο πόδι, βάρβαρα λόγια, βρισιές αισχρές, πρόστυχο φέρσιμο και χαστούκια αμέτρητα. Χείμαρροι από δάκρυα, σβησμένα όνειρα, επιθυμία να φύγω μακρυά από το καθημερινό μου μαρτύριο. Κι όμως δεν έφυγα, γιατί είχα να βοηθήσω τη φτωχή μητέρα μου..."
Θέλει όμως ν' αλλάξει προς το καλύτερο τη ζωή του κι αρχίζει την αναζήτηση. Δουλεύει σ' ένα καφενείο, αργότερα σ' έναν καραμελλά και καταφέρνει να κλέβει λίγες ώρες απ' τον ύπνο του, για να πηγαίνει σε νυχτερινό σχολείο. Στα νυχτοπερπατήματά του αυτά, όπως θα πει αργότερα στις "Ιστορίες του Αδριανού", όταν περνούσε δίπλα από το βάλτο ξάφνιαζε τις αγριόπαπιες κι όπως τις έβλεπε στο φως του φεγγαριού να πετούν και να φεύγουν, του γεννούσαν μια δυνατή επιθμία να τις φωνάξει: "Πάρτε με κι εμένα μαζί σας...".
Αυτό το αίσθημα της φυγής ριζωμένο μέσα του, δεν άφησε τον ίδιο να ριζώσει πουθενά. Έτσι, απ' τα δώδεκα χρόνια του, παράτησε το σχολείο και το σπίτι του, πείνασε, αρρώστησε, άρχισε τη συχνή περιπλάνηση αλλάζοντας συγχρόνως κι ένα σωρό επαγγέλματα. Γίνεται εργάτης, χτίστης, σιδεράς, χαμάλης, σοβατζής, επιπλοποιός, μπογιατζής... Χωρίς δεκάρα γυρίζει τις χώρες της Ανατολής, γυρεύοντας χαμένες αξίες και θαυμάζοντας αρχαίους πολιτισμούς... Έρχεται στην Ελλάδα το 1907 και το 1910, γυρίζει μ' έναν θίασο ελληνικό στην Ανατολή, πάει στην Ιταλία, αργότερα στην Ελβετία. Στη Γενεύη - λένε - πήγαινε κρυφά για ύπνο στην κουζίνα μιας ακατοίκητης βίλλας, ώσπου κάποια μέρα, κουρασμένος σωματικά και ψυχικά, καταλήγει στη Γαλλία περιπλανώμενος φωτογράφος. Όμως, σ' αυτή την πολύχρονη περιπλάνηση, ο Ιστράτι είχε αρχίσει να καλλιεργεί και τον γραφτό του λόγο και να στέλνει μικρά λογοτεχνικά κομμάτια σε ρουμάνικες εφημερίδες, που τα δημοσίευαν με κολακευτικά σχόλια, ενώ ταυτόχρονα μάθαινε μόνος του γαλλικά και ρωσικά.
Το 1910 θα στείλει στο Ρομαίν Ρολάν ένα εικοσασέλιδο γράμμα που θα του περιγράφει ολόκληρο το δράμα της ζωής του. Περνάνε δυο χρόνια, άρρωστος ο Ιστράτι, απογοητευμένος και φτωχός, θα μπει κάποια μέρα σ' ένα δημόσιο κήπο στη Νίκαια της Γαλλίας κι εκεί θα επιχειρήσει να αυτοκτονήσει μ' ένα ξυράφι, χαράζοντας το λαιμό του. Θα τον περιμαζέψουν και θα τον περιθάλψουν σε νοσοκομείο, συγχρόνως θα βρούνε στα ρούχα του ένα γράμμα για την Ουμανιτέ, που χαιρετούσε σ' αυτό τη Ρωσική Επανάσταση και θα τον πετάξουν κακείν κακώς στο δρόμο. Τότε ακριβώς θα του γράψει ο Ρομαίν Ρολάν, αναφτερώνοντας το ηθικό του και παρακινώντας τον να γράψει όχι γράμματα  άλλα, αλλά βιβλία, χαρακτηρίζοντάς τον "Γκόρκυ των Βαλκανίων"!
Ήταν η μεγάλη αρχή! Ακολούθησε μια πλημμύρα συγγραφικής δημιουργίας, ένα πλήθος έργα που το μεγαλύτερο μέρος τους είναι "Περιπέτειες του Αδριανού Ζωγράφι" αυτοβιογραφικό. Μα δεν θα καταφύγουμε εδώ σε λεπτομέρειες του έργου και γενικά της ζωής του.
Ο Ιστράτι πάντα δημιουργούσε φίλους και πάντα έμενε ανικανοποίητος, με την αναζήτηση της μιας, μεγάλης και ιδανικής φιλίας.
Με τον Καζαντζάκη γνωρίστηκαν κι έγιναν φίλοι στη Μόσχα, το 1927, στις γιορτές για τα δέκα χρόνια απ' την Επανάσταση. Και στο τέλος της ίδιας χρονιάς ήρθανε κι οι δυο στην Ελλάδα, καλεσμένοι απ' τον Εκπαιδευτικό Όμιλο για δυο διαλέξεις. Η άφιξη αυτή τάραξε τα λιμνάζοντα νερά, ο τύπος διχάστηκε, φιλικές κι εχθρικές διαθέσεις απέναντι στον Ιστράτι, ο Παπαναστασίου θα τον υπερασπιστεί στη Βουλή, μα τελικά η Υπηρεσία Αλλοδαπών θα του δώσει να καταλάβει πως είναι εντελώς ανεπιθύμητος στη γη στου πατέρα του. Πικραμένος φεύγει την Άνοιξη του 1928 απ' την Ελλάδα. Ακολουθούν κι άλλα, δόξα και πίκρες, ώσπου στις 16 τ' Απρίλη του 1935 ο Ιστράτι θα πεθάνει στα 51 χρόνια του.
Μια απειθάρχητη, ηφαιστιώδικη ιδιοσυγκρασία, μια καθαρά παιδιάστικη ψυχή, μια καρδιά που χτυπούσε για όλη τη γη κι ένα σημαντικό έργο, θα τυλιχτούν αντάμα γι' αρκετά χρόνια σ' ένα σάβανο λησμονιάς.
Η αφηγηματική γοητεία του Παναΐτ Ιστράτι έχει την άπλα της ψυχής του, που δεν γνωρίζει σύνορα. Έχει φαντασία, χρώμα, ειλικρίνεια, σαφήνεια, ροή αφηγηματική. Είναι ένα συγγραφικό έργο που δεν γνωρίζει φραγμούς σε χρονιά όρια, σφριγηλό και ακμαίο στέκει στην κάθε εποχή. Κι εδώ πρέπει να πούμε οτι η ζωή του Ιστράτι ήταν σύντομη αλλά πλήρης. Ο Ιστράτι έζησε, ταξίδεψε, πορεύτηκε της ζωής το ταξίδι πάνω στη γη και μέσα στις ανθρώπινες καρδιές. Πάντα ερευνητής στο χώρο και στις ψυχές των ανθρώπων και πάντα λεύτερος. Κάπου, στις "Περιπέτειες του Αδριανού Ζωγράφι" μας δίνει μια φράση - κλειδί, έτσι που να καταλάβουμε ποιες διαστάσεις έπαιρνε το νόημα της ελευθερίας για τον ίδιο και πως το διοχέτευε αυτό το νόημα στο έργο του. Λέει: "Διατηρώντας ακέραιη την ελευθερία του..." Κι αλλού: "Δεν ξέρω ποιόν να μισήσω, ποιόν να περιφρονήσω περισσότερο, αυτόν που καταργεί την ελευθερία ή αυτόν που φοβάται να την υπερασπιστεί...".
Ακόμα, θα φανερώσει τη δίψα του για μάθηση και γνώση, λέγοντας πως ήταν ο Αδριανός "ένας αυτοδίδακτος που ανακάλυπτε τη Σορβόνη όπου μπορούσε".
Αυτός, λοιπόν, ο αυτοδίδακτος, αυτός ο Γκόρκυ των Βαλκανίων, ένας απ' τους γίγαντες του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, που όρθωσε μονάχος κι αβοήθητος το πνευματικό του ανάστημα, γιατί δεν ήταν από κείνους που φροντίζουν ν' ανέβουν με όλα τα μέσα κι όλους τους συμβιβασμούς, έλεγε: "Δεν μ' αρέσει να βάνω λάδι στις δουλειές μου κι αν θα πετύχω μια μέρα αυτό θα γίνει χωρίς προσπάθεια". Άλλωστε κι οι εκδότες της Δύσης που φρόντιζαν να προβάλλουν τα έργα του ενώ οι ίδιοι εισέπρατταν τεράστια ποσά, σ' εκείνον πρόσφεραν μόνο τη λογοτεχνική δόξα κι ετούτο γιατί τους συνέφερε έτσι.
Έχουν πει οτι ο Ιστράτι δεν εκαταλάβαινε τις πολυ ωμές πλευρές της ζωής και της πραγματικότητας. Πολύ λαθεμένη αντίληψη και διατύπωση. Θάπρεπε , αντίθετα, να πούνε οτι δεν συμβιβαζόταν μ' αυτές. Γιατί, ποιος άλλος γνώρισε από τόσο κοντά την πραγματικότητα όσο εκείνος; Κι εκεί ακριβώς είναι η μεγάλη του αξία. Γι' αυτήν ακριβώς την ηθική αξία του Ιστράτι ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου - τότε Υπουργός Γεωργίας - τον υπερασπίστηκε στη Βουλή τον Γενάρη του 1928, λέγοντας οτι παρ' όλες τις αντίξοες συνθήκες κατόρθωσε να κρατήσει αμείωτο τον ηθικό νόμο. Ήταν, λοιπόν, μια ποιητική ψυχή ασυμβίβαστη, που αντίκρυζε την παγωνιά της ζωής με βλέμμα θερμό. Ο Καζαντζάκης τούχε πει: "Παναΐτ, αν κάποια μέρα φύγεις απ' τη ζωή, η γη θα κρυώσει αισθητά". Η σημερινή Ελλάδα, 56 χρόνια μετά, του ξανανοίγει επίσημα τις πόρτες για να τιμηθεί η μνήμη και το έργο του. Δεν ζει φυσικά για να αισθανθεί τη συγκίνηση και την τιμή, αλλά εμείς όλοι, Έλληνες και Ρουμάνοι, τον τιμάμε αντάμα στο πρόσωπο της αγαπημένης του συντρόφισσας κυρίας Μαργαρίτας Ιστράτι. Ας δεχθεί, λοιπόν, η κυρία Ιστράτι την αγάπη και το σεβασμό μας όπως θα θέλαμε να προσφέρουμε σ' εκείνον. Και - ποιος ξέρει; - ίσως η εύφορη, πλούσια και πολύχρωμη ψυχή του, τούτη την ώρα κάτι να νιώθει, κάπου κοντά μας να βρίσκεται.
Άλλωστε, ο ίδιος έγραφε κάποτε στην εφημερίδα "Εργατική Ρουμανία":
"Κανένα απ' τα πράγματα που πόθησα στη ζωή μου δε στάθηκε απροσπέλαστο. Συχνά πλήρωσα τη χαρά μου με αίμα, με το νόμισμα αυτό που δεν το ξέρουν οι Τράπεζες. Δεν το μετάνιωσα. Τα φωτεινά διαλείμματα, μ' έκαμαν να μπορέσω να υπομείνω τα σκοτάδια της ζωής μου. Πρέπει να δώσεις πολλά, για να πάρεις πολλά".
Γι' αυτήν λοιπόν την παράφορη κι απειθάρχητη, περήφανη ανθρώπινη ύπαρξη, με την πλημμύρα των αισθημάτων, των συναισθημάτων, των παθών και των επιθυμιών, ο Καζαντζάκης έκθαμβος είχε ομολογήσει: "Πως έπεσε στα χέρια μου τούτο το πολύχρωμο πουλί η ψυχή του Ιστράτι; Τι ευτυχία είναι τούτη!".
Μα δε θα καταφύγω εδώ σε λεπτομέρειες βιογραφικές και χρονολογικές - όπως είπα και πάλι - γιατί αυτές τις έχω δώσει σε ομιλίες όπως στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών το 1978, στο Βεάκειο Θέατρο το καλοκαίρι που μας πέρασε, αλλά και στις 16 Δεκέμβρη σε ομιλία στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου στην Κεφαλονιά. Υπάρχου επίσης πολλά στοιχεία στο βιβλίο μου "Αγωνιστικές Μορφές". Άλλωστε, στην καινούργια εκτεταμένη μελέτη που έχω σχεδόν έτοιμη, υπάρχουν κι εκεί πάρα πολλά άγνωστα στοιχεία, για τη ζωή του συγγραφέα στην Ελλάδαν αλλά και  γενικά απ' τα ταξίδια του".
Εδώ δίνω απλά ένα σεβαστικό "παρών" στη μνήμη του άξιου δημιουργού κι ανθρώπου. Και όπως ετόνισα στην εκδήλωση που έγινε στη Λυρική Σκηνή στις 10 Δεκέμβρη, πιστεύω οτι θα πρέπει ακόμα για τον Ιστράτι να στηθεί στην Κεφαλονιά, σε κεντρικό μέρος η προτομή του και να γιορτάζονται κάθε ένα ή δύο χρόνια - αρχίζοντας απ' τις 10 Αυγούστου που είναι η επέτειος της γέννησης του συγγραφέα - τα Ιστράτεια, με ανάλογες εκδηλώσεις, όπως π.χ. μ' ένα Πανευρωπαϊκό αρχικά κι αργότερα Παγκόσμιο Συνέδριο "Φίλων του Ιστράτι", αλλά και με κάποιον αναμφίβολα σοβαρό λογοτεχνικό διαγωνισμό. Κι ακόμα, θάναι ωραία μέσα στις εκδηλώσεις αυτές να γίνει και κάποια σε συνεργασία με τους Κρήτες, για να τιμηθούν μαζί οι δύο φίλοι Ιστράτι και Καζαντζάκης.
Πρέπει όμως να τονίσω, οτι, έχουμε πια συνηθίσει κάθε σημαντικό άτομο ή γεγονός να το θυμώμαστε μόνο στις επετείους... Έτσι και τον Ιστράτι, φέτος με τα εκατόχρονα απ' τη γέννησή του τον ξαναφέραμε στην επικαιρότητα κι αρκετά γράφτηκαν και ειπώθηκαν μα που τα περισσότερα ήταν προσπάθειες για να γίνει μια ανάλυση στην προσωπικότητα, τη ζωή και το έργο του γενικά. Προσπάθειες ανατομίας και - ας μου επιτραπεί - εδώ είναι το λάθος. Γιατί σαν άνθρωπος και σαν δημιουργός ο Ιστράτι δεν είναι πτώμα για να χωρά στο ανατομικό τραπέζι. Αυτόν που η γη κι η θάλασσα δεν τον χωρούσαν, γιατί μέσα του υπήρχε η απεραντωσύνη του απείρου. Αυτόν που ζει κι αναπνέει μέσ' απ' τα έργα του τα ολοζώντανα, που είναι γραμμένα για τον άνθρωπο και μιλάνε ίσα στην ανθρώπινη καρδιά, γιατί να τον καταστρέψουμε τεμαχίζοντας ατομικά την ομορφιά του, γιατί να ταλαιπωρήσουμε κι άλλο τον ταλαιπωρημένο, θάναι σαν να μην τον καταλάβαμε, θάναι σαν να μην είχαμε καρδιά για να του δώσουμε τη θέση που γύρεψε μέσα της.
Ο Ιστράτι - πως να το κάνουμε; - δεν είναι "δύο συν δύο ίσον τέσσερα" αλλά όπως τραγούδησε ο ίδιος μέσ' απ' τις θαυμαστές αράδες του πολύχρωμου λόγου του τον αγέρα, λέγοντας: "Αγέρα, αγέρα, φίλε και δύναμη του ελεύθερου ανθρώπου" ήταν ο ίδιος ο άνεμος που δεν φυλακίζεται, που αγκαλιάζει τα πάντα, με την απαραίτητη για τη ζωή κυριαρχική του δύναμη.
Μέσ' απ' την καθαρότητα του λόγου και την πολυχρωμία των εικόνων του Παναΐτ Ιστράτι περνά η μαγεία, που διοχετεύεται φιλτραρισμένη απ' την αγάπη - το ξαναλέω - ίσα στην ανθρώπινη καρδιά. Γιατί να χαλάσουμε λοιπόν αυτή τη μαγεία, αυτόν τον θαυμαστό πραγματικά κι αντάμα παραμυθένιο κόσμο του;
Ο Ιστράτι άπλωσε τις χούφτες και μάζεψε τ' αστέρια για να τα μοιράσει στους ανθρώπους με μια προμηθεϊκή μεγαλοπρέπεια. Κι αυτά τα αστέρια λάμπουν κι ακτινοβολούν μέσα στην παγκόσμια λογοτεχνία  με χιλιάδες μαρμαρυγές.
Τιμή στη Ρουμανία και στο συγγραφέα της!
Τιμή στους τόπους που του χάρισαν την καταγωγή!
Κι ενώ μπερδεμένοι εμείς στο σημερινό αδιέξοδο, αναρωτιόμαστε πως και γιατί χάλασε η ζωή μας, αν ζούσε ο Ιστράτι - αυτός ο απαράμιλλος παραμυθάς - κουνώντας ασφαλώς το κεφάλι, θα μας έλεγε οτι η ζωή μας άρχισε να χαλά εκεί που τελειώσανε τα παραμύθια...

                                                                 ΡΙΤΑ ΤΣΙΝΤΙΛΗ - ΒΛΗΣΜΑ

                                                                            Περιοδικό  "Περίπλους" Χειμώνας 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου