Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΙΘΑΚΗ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΛΕΚΑΤΣΑ



ΛΕΚΑΤΣΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Η ΙΘΑΚΗ «Φήμιος», Δημοτικές πολιτιστικές εκδηλώσεις Ιθάκης, Αθήνα 1998-1999(τόμος Α΄,Β΄,Γ΄) σελ. 184, 184, 178. Ο Αθανάσιος Λεκατσάς (1877-1924) ήταν ένα τρωκτικό των αρχείων. Δεν θα έπρεπε. Γιος γιατρού και γιατρός ο ίδιος, με σπουδές στο Αργοστόλι και στην Αθήνα, θα μπορούσε να είναι ένας αξιοπρεπής ντοτόρος, στα μέρη του, τη Μικρή ή τη Μεγάλη Κεφαλονιά. Προτίμησε την περίεργη «καριέρα» του λογίου κατ’ αρχάς, για να καταλήξει σε φυσική εξέλιξη προς τούτο στα αρχειοστάσια του τοπικού Αρχείου Ιθάκης, των Γενικών Αρχείων του Κράτους (εποχή Γ. Βλαχογιάννη) και της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Πολυμαθής, δίχως άλλο, γνώριζε ιταλικά (μα βέβαια), γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά. Ήταν άνθρωπος του 19ου αιώνα, η γνώση τον απασχολούσε συνολικά και όχι αποσπασματικά ως εξειδίκευση. Επτανήσιος και ΄Eλλην, είχε το πάθος του τοπικού, οι απόψεις του αρχαιολόγου Dοrpheld που απέδιδαν την ομηρική Ιθάκη στη Λευκάδα, τον αναστάτωσαν. ΄Aρχισε να τις ανασκευάζει επιτυχώς από το 1902. ΄Eγινε έτσι ανεπαίσθητα αρχαιολόγος. Το πάθος του όλου και του τόπου τον έσπρωξε στη μεσαιωνική και τη νεώτερη ιστορία. Πέθανε με το πάθος του τον Αύγουστο του 1924, ίσα που πρόλαβε να επιστρέψει στο νησί.

΄Eμεινε το ημιτελές έργο του, ένας τόμος δημοσιευμένος το 1933, δαπάνη του επιφανούς Ελληνοαυστραλού Αντωνίου Ι. Λεκατσά και το κιβώτιο με τις σημειώσεις του. Χαρτιά λογίου τα οποία πρόλαβε να χωρίσει σε τόμους α, β, γ, δ, ε, στ +λατινικό υπομνημάτιο για τη χλωρίδα της νήσου. Αν εξαιρέσουμε τον πρώτο τόμο, που μάλλον είχε προλάβει να οργανώσει κάπως, τα άλλα προσπάθησε να βάλει σε τάξη ο κουνιάδος του Ευάγγ. Ζαβιτσάνος. Το σύνολο του έργου του, δωρίθηκε στο Δήμο Ιθάκης, όπου αναδιοργάνωσε ώστε να του δώσει κάποια ομοιομορφία η κ. Ρίτα Τσιντίλη-Βλησμά.

Ευτυχώς. Το αποτέλεσμα είναι υπέροχο. Πρώτον έχει τη δύναμη των λογίων γνώσεων που μόνη η πολυμάθεια μπορούσε να παραθέσει. Ταξίδι στα τοπωνύμια –πόσοι ιστορικοί σήμερα αξιοποιούν αναλόγως τον τοπωνυμικό πλούτο– στις εγκαταστάσεις ανθρώπων, στους θεσμούς και στη συνολική ιστορία. Λεπτομέρειες που ζωντανεύουν τις κινήσεις των επαναστατημένων οπλαρχηγών της Στερεάς, τις πολιτικές κινήσεις των νησιωτών για το νέο κράτος, την Ιόνιο Πολιτεία, που φαίνονται να φοβούνται περισσότερο απ’ όλους τους Κεφαλλονίτες, ο πόλεμος των ομάδων για την πολιτική εξουσία, η διαμόρφωση αργότερα των κομμάτων.

Το νησί της Ιθάκης (92.7 τχλ), με το τόσο χαρακτηριστικό μεσαιωνικό όνομα αργότερα του Val di Compare, γνωστό στους ταξιδιώτες για τα λιμάνια του, αποκτά μια διαχρονική και συνολική φυσιογνωμία που οφείλεται στη μοναδική σχέση που είχε η μεγάλη γενιά λογίων του 19ου αιώνα (Αραβαντινός, Λαμπρίδης, Βροκίνης) με τα τεκμήριά της. Γεύση του συνολικού που χάθηκε κατά πολύ με τις απόλυτες εξειδικεύσεις. Ας δώσουμε μερικά παραδείγματα: «Το όνομα Αγ. Στέφανος φαίνεται ότι εδημιουργήθηκε υπό των ξένων χαρτογράφων... διά της λέξεως στεφάνι δηλούται εν Ιθάκη πας υψηλός και απότομος βράχος... εις έγγραφα ευρίσκεται χωράφι στου Μακρή το στεφάνι». Για τον ιστορικό της υπαίθρου και των εγκαταστάσεων η μαρτυρία είναι από μόνη της σημαντική, όπως είναι σημαντικό και ερμηνεύει πλήρως τις εσωτερικές μετακινήσεις (αποτελέσματα συγκρούσεων μεταξύ ομάδων αυτές) το αντικεφαλληνιακό πάθος (η Ιθάκη κυβερνιόταν από την Κεφαλονιά στη Βενετοκρατία), όταν διαβάζουμε «ημείς αναχωρήσαντες εκ της εν τη Αγία Μαύρα κατοικίας ημών εσχάτης περιοχής, ένθα υποκείμεθα εις κακώσεις, ήλθομεν να κατοικήσωμεν εις την νήσον ταύτη της Ιθάκης... όπως κυβερνηθώμεν κατά την αγαθήν και αγίαν αυτού βούλησιν...». Η ανάγνωση όλου του βιβλίου άλλωστε αποκαλύπτει μια εντελώς άλλη από την καθιερωμένη επτανησιακή ιστορία (με αξία και για άλλες περιοχές όπως π.χ. την Ακαρνανία) αν πραγματικά θέλουμε μια εξήγηση για τον ρόλο των κοινωνικών ομάδων: «Επειδή μετά γενικής θλίψεως και δικαίας δυσαρεσκείας εκ μέρους των Ιθακήσιων ηκούσθη ότι οι κύριοι Κεφαλλήνιες μη αποκαμόντες εισέτι εκ των ανωφελών δοκιμών να επιχειρήσωσι νέας αποπείρας όπως δεσπόσωσιν ημών...». Καταλαβαίνουμε έτσι, ανεπαίσθητα, διαβάζοντας το βιβλίο πως οι ρίζες του τοπικισμού βρίσκονται στον διαρκή φόβο των πληθυσμών, οργανωμένων γύρω από οικογενειακές συσσωματώσεις, να μην κυριευθούν από άλλους γειτονικούς, ομόεθνους έστω, όπως ήταν οι Κεφαλλονίτες για τους Ιθακήσιους π.χ.

Ν.Ε. ΚΑΡΑΠΙΔΑΚΗΣ
Καθηγητής της Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, τ. δ/ντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους.

15.08.07

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου