Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ



Σπ. Χρ. Καρύδης, Όψεις της εκκλησιαστικής οργάνωσης στον βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο. Α΄. Ζάκυνθος – Κέρκυρα – Κεφαλληνία – Κύθηρα – Πελοπόννησος, Αθήνα, εκδόσεις Ενάλιος, 2011, σ. 174, 17Χ24 εκ., ISBN 978-960-536-486-1.
Τα ζητήματα που αναπτύσσονται στον παρόντα τόμο προέκυψαν από τη μελέτη της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, των γνωστών και εκδεδομένων έως σήμερα αρχειακών πηγών, καθώς και νέων, άγνωστων έως τώρα, μέσα στο πλαίσιο γενικότερης μελέτης που αναφέρεται στην οργάνωση της ορθόδοξης Εκκλησίας στον βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο. 
Από την παράλληλη μελέτη βιβλιογραφίας και πηγών διαπιστώθηκε η ανάγκη για την κριτική θεώρηση των απόψεων που έχουν έως σήμερα διατυπωθεί και για την εκ νέου ανάγνωση των πηγών, οι οποίες υποδεικνύουν διαφορετικές απαντήσεις στα μελετώμενα ζητήματα.

Ο μέγας πρωτοπαπάς ως κεφαλή της ορθόδοξης Εκκλησίας της Κέρκυρας και το ζήτημα της εκλογής του
Η ανάδειξη του πρωτοπαπά της Κέρκυρας ως κεφαλής της τοπικής Εκκλησίας και η υπαγωγή τού ορθόδοξου κλήρου σ’ αυτόν δεν μπορεί να τεκμηριωθεί έως το πρώτο μισό του 16ου αιώνα.
Από τις γραπτές πηγές των δύο πρώτων αιώνων της λατινοκρατίας στο νησί, δεν προκύπτει ο τρόπος οργάνωσης της ορθόδοξης Εκκλησίας, βαρύνουσα όμως σημασία φαίνεται να έχουν δύο συσσωματώσεις κληρικών, το Ιερό Τάγμα και οι Λευθεριώτες. Από το τέλος του 14ου αιώνα και εξής ο πρωτοπαπάς εμφανίζεται στις πηγές ως αρχηγός του Ιερού Τάγματος, με περιορισμένη δικαιοδοσία, η οποία δεν εκτεινόταν πέραν των ορίων της πόλης. Την κατάσταση αυτή βρήκε η Βενετία, με την εγκατάστασή της στην Κέρκυρα, και την διατήρησε· επικύρωσε τα προνόμια των συσσωματώσεων των κληρικών και επεδίωξε να περιορίσει κατά το δυνατόν κάθε παρέμβαση προερχόμενη είτε από τη Δύση είτε από την Ανατολή, μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης θρησκευτικής πολιτικής της, η οποία ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τα οικονομικά και πολιτικά της συμφέροντα.
Λίγο πριν από τα μέσα του 16ου αιώνα, και λίγο μετά από την τραγική εμπειρία της τουρκικής πολιορκίας του 1537, η συντονισμένη προσπάθεια του Ιερού Τάγματος, καρπός της οποίας ήταν η παπική βούλλα του 1540, και της κερκυραϊκής Κοινότητας, με τις πρεσβείες του 1542 και του 1546 προς τη Βενετία, είχε ως αποτέλεσμα να αναγνωριστεί στον πρωτοπαπά ευρεία δικαιοδοσία σε όλη την κερκυραϊκή Εκκλησία.
Σ’ ότι αφορά την εκλογή του, ο πρωτοπαπάς έως το 1555 εκλεγόταν αποκλειστικά από τους ιερείς που συγκροτούσαν το Ιερό Τάγμα. Η χρονική διάρκεια της θητείας του δεν είναι σαφής. Με δεδομένη την ισόβια κατοχή των οφφικίων, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι ο πρωτοπαπάς διατηρούσε το αξίωμα έως τον θάνατό του, αρχειακές όμως ενδείξεις, σε συνάρτηση με τα στοιχεία των πρωτοπαπαδικών καταλόγων, αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο να εκλεγόταν για συγκεκριμένη θητεία, τη διάρκεια της οποίας αδυνατούμε να προσδιορίσουμε.
Με το διάταγμα της 18ης Δεκεμβρίου 1555 η Βενετία παρενέβη αποφασιστικά στα κερκυραϊκά εκκλησιαστικά πράγματα. Ανέθεσε την εκλογή του πρωτοπαπά σε κληρικολαϊκή συνέλευση, στην οποία υπερτερούσαν αριθμητικά οι λαϊκοί, μέλη της Κοινότητας της Κέρκυρας, και περιόρισε τη διάρκεια της θητείας του στα πέντε χρόνια, με δυνατότητα όμως ανανέωσης. Με τον τρόπο αυτό η Πολιτεία απόσπασε από την Εκκλησία τον έλεγχο του αξιώματος και το έθεσε υπό τον έλεγχο της τοπικής Διοίκησης. Έκτοτε το πρωτοπαπαδικό αξίωμα έλαβε τον χαρακτήρα δημοσίου αξιώματος, διακρινόμενο από το Ιερό Τάγμα και την εσωτερική ιεραρχία του.
Σε όλο αυτό το διάστημα, ο ρόλος του Ιερού Τάγματος στη διοίκηση της Εκκλησίας του νησιού αποδεικνύεται θεμελιώδης. Το Τάγμα, ως αδελφότητα αναγνωρισμένη από την Πολιτεία, είχε τη δυνατότητα να κατέχει και να διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία. Το γεγονός αυτό υπήρξε ουσιώδες, αφού ακριβώς στην περιουσία του Τάγματος στηρίχθηκαν όλες οι προσπάθειες για την εξασφάλιση των δικών του προνομίων, αλλά και για την ανάδειξη του πρωτοπαπά σε κεφαλή της κερκυραϊκής Εκκλησίας. Μετά το 1555 το Τάγμα, και παρά την απώλεια του προνομίου να εκλέγει αποκλειστικά αυτό τον εκάστοτε πρωτοπαπά, δεν έπαψε να παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή της κερκυραϊκής Εκκλησίας, παρακολουθώντας και αντιδρώντας όποτε χρειαζόταν τόσο στις πράξεις και στις αποφάσεις του πρωτοπαπά όσο και στα εκδιδόμενα πολιτειακά διατάγματα, με σαφή προοπτική τη διατήρηση των προνομίων της Εκκλησίας αλλά και την ορθή και σύμφωνη με τους εκκλησιαστικούς κανόνες διαποίμανσή της από τον πρωτοπαπά.

Η εκλογή του πρωτοπαπά Ζακύνθου
Από τη μελέτη των πηγών βεβαιώνεται ότι έως το 1601 την ευθύνη για την ανάδειξη του πρωτοπαπά είχε η τοπική βενετική Διοίκηση. Η Βενετία παραχωρώντας το 1601 το δικαίωμα εκλογής στο Συμβούλιο της Κοινότητας Ζακύνθου, εκχωρούσε σε αυτό δικά της δικαιώματα, όπως είχε κάνει και άλλοτε με την παραχώρηση του δικαιώματος εκλογής προσώπων σε άλλα δημόσια αξιώματα. Όσο για το ζήτημα της χειροθεσίας, φαίνεται πως ο πρωτοπαπάς Ζακύνθου δεν λάμβανε χειροθεσία, αλλά, όπως και ο πρωτοπαπάς της Κέρκυρας, κατείχε ένα εκκλησιαστικό αξίωμα χωρίς την κανονική εκκλησιαστική διαδικασία.

Όψεις της διοικητικής οργάνωσης της επισκοπής Κεφαλληνίας-Ζακύνθου κατά τον 16ο αιώνα
Η πρόσφατη αρχειακή έρευνα στο Kρατικό Αρχείο της Βενετίας πρόσφερε νέο υλικό στο θέμα της οργάνωσης της επισκοπής Κεφαλληνίας κατά τον 16ο αιώνα. Το υλικό αυτό, συνδυαζόμενο με άλλο, προερχόμενο από το τοπικό Ιστορικό Αρχείο Κεφαλληνίας και τους κώδικες της μητροπόλεως Κεφαλληνίας, καθώς και με την πρόσφατη βιβλιογραφία, φωτίζει συγκεκριμένους τομείς της διοικητικής οργάνωσης της επισκοπής κατά τον 16ο αιώνα και επιτρέπει επίσης τη διατύπωση υποθέσεων για την περίοδο πριν από την ένταξη του νησιού στις βενετικές κτήσεις. Στη μελέτη εξετάζεται το πρωτοπαπαδικό αξίωμα και η λειτουργία της «ιεράς συνόδου» της επισκοπής.
Η εκτεταμένη παρουσία πρωτοπαπάδων στην Κεφαλληνία του 16ου αιώνα γεννά ποικίλα προβλήματα γύρω από τον ρόλο τους στη λειτουργία της επισκοπής. Από αυτούς ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο πρωτοπαπάς Κάστρου και ο πρωτοπαπάς της περιοχής του φρουρίου της Άσου.
Το αξίωμα του πρωτοπαπά Κάστρου ταυτίζεται με εκείνο του πρωτοπαπά Κεφαλληνίας. Οι αρμοδιότητές του ήταν αυξημένες έναντι των άλλων πρωτοπαπάδων του νησιού. Αυτός εκλεγόταν από την πολιτική Αρχή του τόπου και κατείχε προνόμια ανάλογα με εκείνα του επισκόπου. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με τον χρησιμοποιούμενο τίτλο του «πρωτοπαπά και χωρεπισκόπου Κεφαλληνίας» ενισχύουν την υπόθεση ότι το αξίωμα αυτό ήταν η συνέχεια του πρωτοπαπά, ως κεφαλής της τοπικής Εκκλησίας, κατά την περίοδο της πρώιμης λατινοκρατίας και πριν από την ανασύσταση του επισκοπικού θρόνου. Το αξίωμα εντάχθηκε στο πλαίσιο της οργάνωσης της επισκοπής, μετά την ανασύστασή της, διατήρησε όμως τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, τη σχέση του με την πολιτική Αρχή και τα προνόμιά του.
Το αξίωμα του πρωτοπαπά Άσου, απόρροια του αυξημένου ενδιαφέροντος της Βενετίας για την περιοχή, μετά την ίδρυση του φρουρίου (1593), απόκτησε ξεχωριστή θέση στην τοπική ιεραρχία, τιμήθηκε με την απόδοση προνομίων και διατηρήθηκε έως και τον 18ο αιώνα.
Στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα, τέλος, διαπιστώθηκε η λειτουργία της «ιεράς συνόδου» της επισκοπής. Παρά τα προβλήματα σ’ ό,τι αφορά τη θεσμοθέτηση και τη λειτουργία της, απότοκα της αποσπασματικότητας των πηγών, η «σύνοδος» εμφανίζεται ισοδύναμη του επισκοπικού δικαστηρίου, με σημαντικό ρόλο στη λειτουργία της επισκοπής, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους απουσίας ή αδυναμίας του επισκόπου να ασκήσει τα επισκοπικά του καθήκοντα.

Η επισκοπή Κυθήρων κατά την περίοδο της βενετικής κυριαρχίας
Από τη μελέτη της βιβλιογραφίας εξάγεται το συμπέρασμα ότι ουσιαστικά δεν υπάρχουν πληροφορίες για την κατάσταση της Εκκλησίας των Κυθήρων πριν από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Η επισκοπή Κυθήρων φαίνεται πως παρέμεινε σχολάζουσα πιθανόν από την έναρξη της λατινοκρατίας και έως την ανασύσταση της επισκοπής, με την εκλογή του επισκόπου Διονυσίου Στρογγύλου το 1569-1570. Στο μεταξύ διάστημα, τη διοίκηση είχε αναλάβει ιερέας με τον τίτλο του πρωτοπαπά.
Αναφορικά με την εκλογή και τη χειροτονία του επισκόπου, συμπεραίνεται ότι η εκλογή του έως το 1636 γινόταν αποκλειστικά από τον μητροπολίτη Μονεμβασίας και την περί αυτόν σύνοδο, ο δε εκλεγμένος νέος επίσκοπος λάμβανε την επικύρωση της εκλογής του από την κεντρική βενετική Διοίκηση και ακολούθως παραλάμβανε την επισκοπή από την τοπική βενετική Αρχή. Από τα μέσα του 17ου αιώνα, η εκλογή ανατέθηκε στο Συμβούλιο της Κοινότητας Κυθήρων, το οποίο εξέλεγε αποκλειστικά εντόπιο υποψήφιο. Ο εκλεγείς εχειροτονείτο από τον μητροπολίτη Μονεμβασίας, στον οποίο και υπαγόταν.

Η διαμάχη για τον μητροπολιτικό θρόνο της Πάτρας την περίοδο 1712-1713. Νεότερα στοιχεία
Η γνωστή υπόθεση της εκλογής του Χριστόφορου Αντωνόπουλου στον μητροπολιτικό θρόνο της Πάτρας και της αντίδρασης τού αποκλεισθέντος συνυποψηφίου του, του μητροπολίτη Μύρων Ζακχαίου Αδαμόπουλου, επανεξετάζεται μέσα από το υλικό που προσφέρει μια νέα πηγή, η έντυπη εκδοχή των εγγράφων που συγκέντρωσε ο διεκδικητής του θρόνου για την υποστήριξη της υπόθεσης στη Βενετία.
Η «stampa» εντοπίστηκε στο Ιστορικό Αρχείο της Κέρκυρας, έχει διαστάσεις 30,1Χ20,7 εκ. και αποτελείται από 42 αριθμημένες σελίδες. Η σημασία της πηγής δεν έγκειται μόνο στα νέα στοιχεία, τα οποία συμπληρώνουν τα κενά ως προς τα γεγονότα και τη στάση της τοπικής κοινωνίας απέναντι στο ζήτημα και στα εμπλεκόμενα πρόσωπα, αλλά και στο πλήθος των πληροφοριών που αφορούν στην Εκκλησία και στην Κοινότητα της Πάτρας. Πιο συγκεκριμένα, μέσα από τις ενυπόγραφες βεβαιώσεις και καταγγελίες, αποκαλύπτονται τα ονόματα των εν ενεργεία ιερέων και των εφημερίων 26 ναών της πόλης, προσδιορίζονται τα όρια της δικαιοδοσίας του μητροπολίτη στον τομέα της ενοριακής οργάνωσης, βεβαιώνεται η ύπαρξη του θεσμού των θρησκευτικών αδελφοτήτων και στον πελοποννησιακό χώρο, προστίθενται νέα ονόματα μελών της Κοινότητας και νέες πληροφορίες που αφορούν στη λειτουργία της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου