Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΝΑΣ ΣΦΑΓΜΕΝΟΣ ΚΟΚΟΡΑΣ ΠΟΥ.... ΖΩΝΤΑΝΕΨΕ!!!



Αγαπητοί μου φίλοι, νομίζω πως είναι ώρα για λίγο γέλιο. Και πως αλλιώς να γελάσουμε παρά με «τσου κουρλούς Κεφαλονήτες» που όταν ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο στους Κεφαλονήτες έδωσε για.... προίκα την φάρσα. Γιατί μόνο ο κουρλός ο Φρίγκος θα μπορούσε να καταφέρει αυτό που θα διαβάσετε. Απολαύστε το!!!  Ένα ολόκληρο χρόνο, η μακαρίτισσα η Μπισκούτσαινα καλοτάιζε τον κόκορά της και τον φοβέριζε. -Τρώγε μωρέ τον περίδρομο! Πήδα όσο κρατάνε τα κότσια σου! Και λάλιε μέχρι να βγάλεις τα σκώτια σου! Μα σα θα έρθουνε τα Χριστούγεννα θα τα πούμε!... 

Και καμάρωνε και καλοτάιζε τον κόκορά της, γιατί τον προόριζε για το Χριστουγεννιάτικο της τραπέζι. Μια κι ο αντρούλης της ο Μπισκούτσης, από τα λίγα κουρέματα και ξουρίσματα που έκανε στο φτωχικό του κουρείο, δεν θα είχε για γαλοπούλα κι αρνί. Μέχρι που έφτασε η μεγάλη της Χριστιανοσύνης μας μέρα και του έκοψε το λαιμό, εκδικούμενη για όσα της έκαμε όλο το χρόνο!
Ενώ όπως τον έπλενε και τον καθάριζε αναγλυφότανε και λαχταρούσε κι άψητο να τον φάει!..
Αλλά και καλή και προνοητική νοικοκυρά ήτανε η Μπισκούτσαινα και προ πάντων καλή χριστιανή. Και σαν καλή χριστιανή δεν έπρεπε χριστουγεννιάτικα να μην πάει στην εκκλησιά της. Γι’ αυτό και από την παραμονή έκαμε όλες τις προετοιμασίες του σπιτιού κι ακόμη έστρωσε και το χριστουγεννιάτικό της τραπέζι.
Όσο για τον κόκορα, μόλις ξημέρωσε και τον έβαλε στο ταψί παράγγειλε στον αντρούλη της να μην ξεχάσει αργότερα να της στείλει έναν θεληματάρη να πάει το πουλί εις το φούρνο. Γιατί ο Μπισκούτσης ξεπόρτισε από το χάραμα να πάει να ξυρίσει μερικούς πελάτες του, που θέλανε να είναι Χριστουγεννιάτικα φρεσκοξυρισμένοι. Κι επειδή ήξερε πως ο Μπισκούτσης της ήτανε και χαζούλης και ξεχασιάρης, για τούτο και ξεπορτίζοντας βγήκε στο παραθύρι και του εφώναξε.
-       Στο καλό, στο καλό! Αλλά μην ξεχάσεις να μου στείλεις τον θεληματάρη που θα πάει το ταψί με τον κόκορα στο φούρνο. Για να πάω κι εγώ σα χριστιανή στην εκκλησιά μου.
Υπενθύμιση μεγαλόφωνη της Μπισκούτσαινας που έφτασε μέχρι τ΄ αυτιά του σατανικού για τις φάρσες του γειτόνου της, του ράφτη του Φρίγκου.
Ο δε γείτονάς της, ο Φρίγκος, π΄ όλο το χρόνο άκουγε τη Μπισκούτσαινα να μπαίνει στο κοτέτσι της και να φοβερίζει τον κόκορά της, αμέσως και συνέλαβε το σατανικό του σχέδιο. Έτρεξε στην αγορά, βρήκε ένας θεληματάρη, τον καλοπλήρωσε, τον μύησε στο σχέδιό του και τον έστειλε εκ μέρους του Μπισκούτση στη Μπισκούτσαινα να παραλάβει το ταψί για το φούρνο.
Περιττεύει βέβαια να σας πω πως ο Φρίγκος έψησε κι έφαγε με την παρέα του ξέμακρα από τη γειτονιά τους τον κόκορα της Μπισκούτσαινας. Και πως αυτή αρπάχτηκε με τον φούρναρη της γειτονιάς, πως κινήθηκε και η αστυνομία ακόμη χωρίς να βρεθεί το ταψί με τον κόκορα και πως τελικά ο Μπισκούτσης κι η Μπισκούτσαινα νηστίσιμα και καυγαδίζοντας πέρασαν τα Χριστούγεννα. Γιατί όλα τούτα τα έχετε συμπεράνει. Εκείνο όμως που δεν μπορείτε με τη φαντασία σας να συλλάβετε, είναι το ότι ο.....σφαγμένος κόκορας ξαναγύρισε στο κοτέτσι του. Γιατί δεν ξέρετε πως ο Φρίγκος ήτανε ολόσωστος σατανάς για να σκαρώνει και τις πιο απίθανες φάρσες του. Αλλά και πραγματικός άγγελος και όχι κλέφτης. Η δε καλή του καρδιά τον πρόσταξε να κάμει του κόκορα τη νεκρανάσταση. Και μπαίνοντας μετά τα μεσάνυχτα στο κοτέτσι του έπιασε τον κόκορά του. Και μαζί με το ταψί και μ’ ένα καλάθι γεμάτο πατάτες μπήκε και τα κρέμασε στα σύρματα του κοτετσιού της Μπισκούτσαινας. Μόνο που στα δεμένα πόδια του κόκορα κρέμασε κι ένα χαρτί όπου έγραφε.
-       Εσύ Μπισκούτσαινα ολόχρονα με φοβέριζες, μ’ έσφαξες και μ’ έβαλες σ’ ένα ταψί με πατάτες. Αλλά εγώ σ’ αγαπάω και ξαναγυρίζω κοντά σου και στις ορφανές μου κοτούλες.
Και το πρωί της επόμενης των Χριστουγέννων, μπαίνοντας νηστική και περίλυπη η Μπισκούτσαινα στο κοτέτσι της για να ταΐσει τις ορφανές της κοτούλες, κόντεψε να λιποθυμήσει από τη χαρά της βλέποντας πως ξαναζωντάνεψε και ξαναγύρισε ο σφαγμένος της κόκορας.
Γιατί ξέχασα να σας ειπώ πως κι ο Μπισκούτσης κι ο γείτονάς του ο σατανικός Φρίγκος είχανε αγοράσει την ίδια μέρα κι από τον ίδιο πουλητή τους δυο κοκόρους και πως μοιάζανε σαν δίδυμα αδελφάκια.

Από το βιβλίο του αείμνηστου Χρήστου Βουνά «Δυο ώρες με χορτάτα Κεφαλλονίτικα Γέλια»

Αναρτήθηκε από Dennis Kontarinis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου