Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

O ΙΘΑΚΗΣΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΟΔΟΘΕΑΤΟΣ (1849-1892)



Ένας κορυφαίος της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής
Είναι γνωστό πως από τα μισά του 18ου αιώνα ως τα μισά του 19ου στην επτάφωτη πλειάδα των νησιών του Ιονίου φανερώθηκε σαν –καλλιτεχνική και πνευματική άνθηση ο Εφτανησιώτικος πολιτισμός, κάτω από ορισμένες ιστορικές και κοινωνικές συγκυρίες, με τη δημιουργία και ανάπτυξη Επτανησιακής Σχολής: ποιητικής-ιστορικής-καλλιτεχνικής.
Εύχυμος βλαστός στο χώρο της Τέχνης ο πάνδροσος εκείνος επτανησιακός μουσικός πολιτισμός. Δύο μουσικά ρεύματα, που απείχαν χρονικά μεταξύ τους, αλλά κάποτε συναντήθηκαν και συνταιριασμένα δημιούργησαν την ιδιάζουσα μουσική μας κουλτούρα ήσαν:
Το ένα ρεύμα, που χρονικά προηγήθηκε ήταν από το λαό με το εφτανησιώτικο λαϊκό τραγούδι των πόλεων και το δημοτικό της υπαίθρου, που στον τραγουδιστό του χορό ήσαν ενωμένες, όπως στον αρχαίο διθύραμβο, οι τρεις τέχνες: ποίηση – μουσική-όρχηση.
Το άλλο ρεύμα ήταν η έντεχνη εφτανησιώτικη μουσική της άρχουσας τάξης και των μουσικά μορφωμένων επτανησίων μουσουργών.
Αυτά τα δυο μουσικά ρεύματα-λαού και μουσουργών, δημιούργησαν μια πολιτισμική ενότητα και στην Επτάνησο έναν ξεχωριστό μουσικό πολιτισμό.
Εδώ πρέπει να τονίσουμε πως από τα δυο αυτά μουσικά ρεύματα παράδοση ήταν το τραγούδι του λαού, που και χρονολογικά είχε προηγηθεί.
Γιατί η μουσική, περισσότερα από τις άλλες τέχνες, γεννιέται από κάποιους νόμους παράδοσης. Δεν υπάρχει μουσικός πολιτισμός ή μουσική άνθηση σ’ ένα τόπο, που να γεννήθηκε από το μηδέν, που να μην ακούμπησε σε μια προϋπάρχουσα λαϊκή παράδοση σ’ ένα πρωτογενές στάδιο. Και για τον επτανησιακό μουσικό πολιτισμό παράδοσης ήταν το λαϊκό εφτανησιώτικο τραγούδι, στις δυο μορφές την αρέκια και την καντάδα. Οι συνθέσεις που έγραψαν οι επτανήσιοι μουσουργοί στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα είχαν εύφορη ρίζα τους αυτό το τραγούδι, που στο λευκό χαρτί τους, ήταν άγραφο μέσα στα πέντε κάγκελα του μουσικού πενταγράμμου. Αυτό τους ενέπνεε για να μας χαρίσουν οι μεγάλοι ταγοί της ιστορικής Επτανησιακής Μουσικής Σχολής έργα σημαντικά με όγκο και ποιότητα, που εξαιτίας του στοιχείου αυτής της παράδοσης, είχαν την δική τους ιδιαιτερότητα στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα.
Πολλά τέτοια έργα ανέβηκαν σε λυρικά θέατρα στην Ιταλία και το Λονδίνο και διακεκριμένοι ξένοι μουσουργοί και μουσικολόγοι αναγνώρισαν πως «το έργο των επτανήσιων μουσουργών ήταν μια θετική συμβολή στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα». Αλλά και πρόσφατα ο Μουσουργός και Ακαδημαϊκός Μενέλαος Παλάντος τόνιζε, με άρθρο του πως « το συνθετικό έργο των επτανήσιων μουσουργών παρουσιάζει και σήμερα ζωηρό ενδιαφέρον και αποτελεί το γερό θεμέλιο του Ελληνικού Μουσικού Πολιτισμού.»
Ο Διονύσης Ροδοθεάτος γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1849, γιος του επιφανή νομοδιδάκτορα και δικαστή Σπύρου Ροδοθεάτου…
Το όνομα Ροδοθεάτος είναι παρακλάδι της οικογένειας των Άννινων Κεφαλονιάς (1509) που είχε εγκατασταθεί στην Ιθάκη. Στην οικογένεια των Ροδοθεάτων Ιθάκης ανήκουν διακεκριμένες προσωπικότητες όπως ο Σπύρος ή Διονύσιος Σεραφείμ Ροδοθεάτος (1688-1741) Αρχιεπίσκοπος Κεφαλονιάς-Ιθάκης και Ζακύνθου.
Ο Αθανάσιος Ροδοθεάτος (1718-1748) μεγάλος αγιογράφος, του οποίου πολλά έργα ύπαρχουν σε εκκλησίες στο Αργοστόλι και Ιθάκη.
Ο Άγγελος Ροδοθεάτος Φιλικός και αγωνιστής στον αγώνα του εικοσιένα, έμπορου στην Τεργέστη. Περιέθαλψε στην Ιθάκη πολλούς πρόσφυγες και τους διέτρεφε στο λοιμοκαθαρτήριο της Ιθάκης με έξοδα του. Επίσης φιλοξένησε στα κτήματα του στον Πίσω Αετό Ιθάκης στον Λόρδο Βύρωνα στο πέρασμα του για την Κεφαλονιά.
Ο Μουσουργός Διονύσης Ροδοθεάτος παρουσίασε από μικρός ένα εκπληκτικό μουσικό ταλέντο και γι αυτό φρόντισε ο πατέρας του να τον στείλει για μουσικές σπουδές κοντά στον μεγάλο Νικόλαο Χαλκιόπουλο Μάντζαρο τον πατέρα της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής. Κοντά στον Μάντζαρο ο Διονύσης Ροδοθεάτος γεύτηκε το θαυμάσιο παιδαγωγικό σύστημα του δασκάλου του, που τον προώθησε στα ξένα ωδεία.
Εφτά χρόνια σπούδασε ανώτερα θεωρητικά, αρμονία, αντίστιξη, πιάνο και ενορχήστρωση στο ωδείο San Pietro & Majeila της Νάπολης και στη συνέχεια σε ωδεία της Αυστρίας και Γερμανίας. Επιστρέφοντας στην Επτάνησο δέχθηκε το διορισμό του σαν καθηγητή της αρμονίας και της αντίστιξης στη Φιλαρμονική Εταιρεία της Κέρκυρας και Αντιπρόεδρο της το 1875.
Συνέγραψε δε και επίτομη πραγματεία θεωρητική και πρακτική περί αρμονίας που τυπώθηκε στην Κέρκυρα το 1881. Το συνθετικό έργο του Ροδοθεάτου είναι από τα αξιολογότερα της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής.
Από το πλούσιο συνθετικό του έργο αναφέρω την ανέκδοτη όπερα του «Robert de Cherantini ».
Ένα άλλο τετράπρακτο μελόδραμα είναι το «Oifona» του οποίου η τελευταία πράξη ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο “San Giacomo” της Κέρκυρας και κατά την πρεμιέρα, η Φιλαρμονική Εταιρεία που απένειμε το χρυσό Αριστείο Α΄τάξεως.
Άλλο μελόδραμα του οποίου ο τίτλος μας είναι άγνωστος ανέβηκε το 1881 στο θέατρο της Τεργέστης.
Ο Διονύσης Ροδοθεάτος έγραψε δυο συμφωνικά ποιήματα για μικτή συμφωνική ορχήστρα “Alitalia” και “Le ciel” επίσης για συμφωνική ορχήστρα μια ραψωδία «Αλληγορικές Ιδέες», την Polka-Mazurka “Ermelinda” και “Elviita” για πιάνο forte, διάφορα εμβατήρια για ορχήστρα πνευστών οργάνων όπως το εμβατήριο «Στους εκτάκτους εφέδρους» και το άλλο «Επίκλησις εις την Ελευθερίαν».
Περίφημο και χιλιοτραγουδισμένο την εποχή εκείνη η χορωδιακή του σύνθεση, για τετράφωνη χορωδία «Διθύραμβος» με στίχους α. Μελισσηνού που τιμήθηκε με χρυσό αριστείο από την Ελλανόδικο Επιτροπή των Ολυμπίων, αφιέρωμα στο Χαρίλαο Τρικούπη: «Όπου είναι χώρα ελληνική ο έρωτας σου ας τρέχει ή στο λαγκάδι, ή στο βουνό, η σ’ ανοιχτή πεδιάδα ή κάτου στην ακρογιαλιά, που κύμα έρμο τη βρέχει. Είναι καλύβι ελληνικό, σαν όλη την Ελλάδα να τα’ αγαπάς, γιατί κι αυτό στο Γένος είναι Ελπίδα με τέτοια αρχή θ’ ανυψωθεί και πάλι η πατρίδα»
Επίσης για υψίφωνο συνοδεία πιάνο έγραψε την προσευχή «Παράκληση στη Θεομήτορα της ορφανής και μικραρραβωνιασμένης».
Για σόλο και χορωδία σε στίχους Π. Σούτσου τον «Ύμνο προς την πατρίδα» που βραβεύτηκε με μουσικό διαγωνισμό της Φιλαρμονικής Εταιρείας το 1885 με το χρυσό μετάλλιο.
Από το φυλλάδιο των κριτών του μουσικού αυτού διαγωνισμού μαθαίνουμε πως στο διαγωνισμό πήραν έπαινο ο Διονύσης Λαυράγκας για την μονωδία “ Qui dime ceoit” ο Παύλος Καρρέρ για το ντουέτο «Ιουλία και Ρωμαίος» και ο Σπύρος Γκρέκα για την βαρκαρόλα του «ο ψαράς και η βαρκούλα του»
Μερικά έργα του Διονύση Ροδοθεάτου υπάρχουν χάρις στην φροντίδα του αείμνηστου μουσικολόγου Σπύρου Μοντσενίγου και περιέχονται στο ιστορικό μουσικό του αρχείο. Πολλά απ’ αυτά είχαν επιδοθεί στην Νάπολη και στην Κέρκυρα.
Δυστυχώς ένα μεγάλο έργο των μουσικών του συνδέσεων και ιδιαίτερα τα λυρικά του έργα ακολούθησαν τη τύχη που είχαν πολλά μουσικά συνθέματα των άλλων μουσουργών της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής. Και την ευθύνη την τοποθετώ και στην πολιτεία αλλά και στις ανθούσες τότε Φιλαρμονικές Εταιρείες και Σχολές της Επτανήσου που δεν φρόντισαν να συγκεντρώσουν αυτή τη μουσική ανθοφορία και να την προφυλάξουν από τη φθορά του χρόνου και του κόσμου, απ’ αυτά τα δυό θεριά της καταστροφής, όπως τα αποκαλεί ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς.
Ο Διονύσης Ροδοθεάτος, που πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στην Κέρκυρα το νησί που έγραφε τα περισσότερα έργα του, που τον τίμησε και πολύ τον αγάπησε, επισκεπτόταν συχνά την γενέτειρα του την Ιθάκη. Ένα τραγούδι του εκεί , που ήταν και το στερνό του είχε γίνει ένα χρόνο πριν παραφρονήσει στην Κέρκυρα. Πέθανε μόλις 43 χρόνων τρελός σε νοσοκομείο της Ιταλίας.
Έτσι πρόωρα έσβησε η πλούσια και ζείδωρη μουσική αυτή ιθακήσια φλέβα, που είχε πάρα πολλά να δώσει στην Επτανησιακή Μουσική Γραμματεία.

ΓΙΩΡΓΟΣ Ε. ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ

Περιοδικό ΤΟ ΜΩΛΥ, Δίμηνη Έκδοση Λόγου-Τέχνης Κεφαλονιάς & Ιθάκης, Τεύχος 4, Μάρτιος-Απρίλιος 1989

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου