Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ: «ΜΕΘΥΣΜΕΝΑ ΚΑΡΑΒΙΑ»




Μπορεί για τη φίλη Βικτώρια Αγγελοπούλου από τη φαντασία έως το χαρτί να ήταν ένας δρόμος δύσκολος και μακρύς, γεμάτος Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες… αλλά τα κατάφερε όπως λέει δια μέσου της ηρωίδας της «Θα πετύχω. Θα πετύχω. Θα τα καταφέρω. Αυτό θα λες. Σταμάτα να μεμψιμοιρείς». Τα Μεθυσμένα Καράβια με την ένταση και τη δύναμη της Σεμέλης Ντιντιέ κίνησαν γή και ουρανό και πέτυχαν να φτάσουν στην Ιθάκη τους.
Με τη φίλη Βικτώρια ξανασυναντηθήκαμε πριν αρκετά χρόνια, ήμουν Δήμαρχος στη Ιθάκη τότε και εκείνη Αντιδήμαρχος στο Δήμο Πατρέων, για να κανονίσουμε πολιτιστικές ανταλλαγές για τους Δήμους μας. Εκείνο το ταξίδι, ενώ είχε στόχους δεν είχε προορισμό… δεν έφτασε στη Ιθάκη του. Όπως λέει ο Ουμπέρτο Εκο «Πρέπει να πονέσεις και να πολεμήσεις  για να φτάσεις στην Ιθάκη σου. Να μείνεις εδώ χωρίς ανταλλάγματα με καθαρό βλέμμα και ανοικτή τη ψυχή». Όμως δεν ξεμακρύναμε από το στόχο μας, είχαμε τόσα να πούμε και θα τα πούμε, εδώ μπροστά σας, για  εκείνο το ταξίδι στην Αλεξάνδρεια.

Αλεξάνδρεια… Φλωρεντία, Βιέννη, ξανά Αλεξάνδρεια του Καβάφη με όλη την αίγλη, το πολιτισμό και την ιστορία της. «Η περιγραφή της καβαφικής Αλεξάνδρειας και γενικότερα της Αιγύπτου γίνεται μέσα από λυρικές περιγραφές που αποδίδουν τον λογοτεχνικό μύθο της θρυλικής πόλης και εν γένει το μυστήριο και την ηδυπάθεια της Ανατολής. Τα ιστορικά και πραγματολογικά στοιχεία ενσωματώνονται με ανεπαίσθητο τρόπο στη μυθοπλασία, ενώ κυριαρχούν οι διακειμενικές αναφορές και οι ποικίλες λογοτεχνικές αφηγήσεις. Αναδεικνύεται η μακραίωνη ιστορία της Αιγύπτου σε συνδυασμό με τα πλούσια πολιτισμικά στοιχεία της ελληνικής αρχαιότητας και της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Η συγγραφέας αναδεικνύει τη βασική ιδέα ότι η Αίγυπτος και η Ελλάδα είναι «αδελφές φυλές», κοιτίδες πολιτισμού, οι οποίες μεταλαμπαδεύουν διαχρονικά τα φώτα τους η μία στην άλλη».
Και αυτός φυσικά ήταν ο λόγος που η κριτική επιτροπή του ΚΘ΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού του Φιλοσοφικού Συλλόγου «Παρνασσός» Της έδωσε το βραβείο μυθιστορήματος το 2011.

Και μετά την Αλεξάνδρεια Ελ Αλαμέιν ως το κατάλυμα Μάρσα  Μαντρούχ και μετά στέπες, όλο στέπες ως τα σύνορα με τη Λιβύη αλλά και το Ταζερύ, τη πανσέληνο στο όρος Ντακρούν, τη Σίουα, τη Δυτική Έρημο ακολουθώντας τη πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου αλλά και του Καβάφη.
Και οι περιγραφές στην κυριολεξία… βλέπουμε το φρούριο Κάιτ Μπέη που έχει χτιστεί από τα χαλάσματα του Φάρου της Αλεξάνδρειας, το αρχιτεκτονικό αριστούργημα της Βιβλιοθήκης, την Πυραμίδα της Γκίζας, η πυραμίδα του Χέοπα, το Ελ Αλαμέιν που μαρτυρά την ουτοπία του πολέμου, το βουνό των νεκρών, την αρχαία πόλη Σάλι, κά., Η έρημος, η επιβλητική χιλιοτραγουδισμένη θάλασσα από άμμο, με τα ανεξήγητα ιαματικά λουτρά, ή τα απολιθωμένα κογχύλια, η πανσέληνος, Ταζίρυ, όπως προείπα, στη γλώσσα των Σιουανών που δημιουργεί ερωτικές διαθέσεις και προκαλεί πάθη, μετατρέποντας έτσι ώστε κάθε πληροφορία, φράση, και ιστορική αναφορά του κειμένου να μην πηγαίνει χαμένη
Και πράγματι μέσα από τη διήγηση της φαίνεται ότι η ίδια την απολαμβάνει, τη γεύεται, με όλη τη δύναμη της ψυχής της αυτή την εμπειρία, μιας και δεν θα είναι εύκολο να ξανάρθει σε κείνο το λατρεμένο τόπο.
Και αυτό παρ όλες τις δυσκολίες της παρέας και των σχέσεων ιδιαίτερα σε ένα ξένο τόπο και χωρίς να δοκιμάσει απήγανο… ξέρετε κατά τον Όμηρο απήγανο έδωσε στους ναύτες του ο Οδυσσέας για να μην τους πιάσουν τα μάγια της Κίρκης.  Ακόμα και σήμερα οι νοικοκυρές, απήγανο φυτεύουν σε γλάστρες για να μην τους πιάνει το μάτι».


Στο βιβλίο περιγράφεται η ιστορία μιας νεαρής πιανίστριας, η οποία στην προσπάθεια αναζήτησης του γενεαλογικού της δένδρου στην Αίγυπτο, που έρχεται αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες καταστάσεις συνείδησης, αποτελεί λοιπόν τον κεντρικό άξονα του μυθιστορήματος της Βικτωρίας Αγγελοπούλου.

Στην Όαση Σίουα η νεαρή βιώνει τον απόλυτο έρωτα, στο Κάιρο ψυχανεμίζεται τα αρχαία μυστήρια, και στην Αλεξάνδρεια γνωρίζει την οδύνη της απώλειας, το μίσος και την απόγνωση που την οδηγούν σε ψυχολογική και σωματική κατάρρευση.
Με την εξέλιξη του μύθου, τα γεγονότα και τα πρόσωπα που κινούνται γύρω της, αναπτερώνουν το ηθικό της και την ωθούν προς δύο κατευθύνσεις.
Ταυτόχρονα, οι περιγραφές των τοποθεσιών και οι ιστορικές αναδρομές, δίνουν τη δυνατότητα στη φαντασία του αναγνώστη να εξεγερθεί και να μεταφερθεί στο χθες, στο παρόν, στο αύριο και στο διηνεκές.
Αλλά και πέρα τη διήγηση για τη καβαφική Αλεξάνδρεια συναντάμε και στοιχεία από τη μυθολογία από μια παιδική διήγηση παραμυθιού έως το θεό Διόνυσο.

Μέσα από την αγωνία της Σεμέλης να βρει τους προγόνους της μητέρας της, μας περιγράφεται παράλληλα η ερωτική έλξη της ηρωίδας για τον Αρχνάρ, αλλά και η αγωνία της για την Αλεξάνδρεια που έφυγε και χάθηκε.
«Είμαστε περίεργα όντα εμείς οι άνθρωποι. Μας ενεργοποιεί το μυστήριο. Και η Αλεξάνδρεια είναι μια πόλη που εξάπτει τη φαντασία. Κοιτάς γύρω σου και αναρωτιέσαι, ίσως σε αυτό το σημείο να ήταν ο Φάρος, εκεί η Βιβλιοθήκη, ίσως κάτω από εδώ που καθόμαστε να βρίσκεται ο τάφος του Μεγαλεξάνδρου, λίγο πιο κάτω τα ανάκτορα της Κλεοπάτρας, το Καισάριον και τόσα άλλα!».

Η Αλεξάνδρεια στην εποχή του Καβάφη είχε κάτι από το άρωμα της πόλης που ήκμασε στους ελληνιστικούς χρόνους των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ήταν ένα κράμα αιγυπτιακού πληθυσμού και πολυπληθών μειονοτικών κοινοτήτων, θαυμαστό πολιτιστικό και πολιτισμικό κέντρο. Ήταν η έδρα του ομώνυμου Πατριαρχείου, που αποτελούσε μία ζωντανή παρουσία για όλους τους εκεί απόδημους Έλληνες.

Το άρωμα, όμως, της Αλεξάνδρειας της ελληνιστικής εποχής του 200 π.Χ ήταν μεθυστικότερο από το εφήμερο εκείνο της σύγχρονης πόλης του Καβάφη, ταξιδεύοντάς τον στη μακρινή αυτή εποχή και αποτελώντας την κύρια πηγή της έμπνευσής του.
Γιατί, αν για κάθε μεγάλο δημιουργό υπάρχει μια μούσα, η Αλεξάνδρεια αναμφισβήτητα υπήρξε η μούσα του Καβάφη, αλλά και της Αγγελοπούλου, σταθερό σημείο αναφοράς του σε όλα του τα ποιήματα του ενός, ακόμα και σε εκείνα όπου η μούσα-πόλη δε μνημονεύεται ξεκάθαρα, αλλά και σε ολόκληρο το μυθιστόρημα της άλλης. Κυριαρχεί και στους δύο, άλλοτε διαφαινόμενη κι άλλοτε υπαινισσόμενη.
Και είναι αυτή η ίδια πόλη που ύψωσε τα τείχη της για να τον κλείσει μέσα της, να τον φυλακίσει, αλλά και να τον θωρακίσει ως το θάνατό του, είναι η ίδια πόλη που επέδρασε καταλυτικά στη συγγραφέα μας και την ενέπνευσε μαγικά.
Και η γνωριμία της με τον Καβάφη που τόσο θαύμαζε και αγαπούσε την οδηγούσε σε «ευημερείς λιμένας», «… για του καθενός μας ταξίδι προς τη μια και μόνο Ιθάκη».

Είχα παρασυρθεί, κι εγώ. Ήμουν δίπλα στη Σεμέλη, ταξίδευα μαζί της, αγωνιούσα στο πλάι της, προσπαθούσα να φτάσω, μαζί της, στο τέλος της αναζήτησης, που για τη Σεμέλη Ντιντιέ, λαμβάνει χώρα μέσα από την επιλογή τοποθεσιών όπως η Όαση της Σίουα, το Κάιρο, η Αλεξάνδρεια, αλλά και το Παρίσι. «Πλησίασα στη κουπαστή και μου κόπηκε η ανάσα. Στο βάθος η αψίδα του Θριάμβου και ο Πύργος. Χιλιάδες φώτα, και τρούλοι και καμπαναριά. Έχουν δίκιο αυτοί που λένε ότι η ομορφιά αυτής της πόλης, δεν περιγράφεται. Πρέπει να την περπατήσεις, να την δεις από ψηλά, να τη μυρίσεις, να την… να την εισπνεύσεις, να μπεις στην αύρα της, για να αρχίσεις να τη νιώθεις».
Και μέσω ενός πολιτισμού χαραγμένου βαθειά από τη Μαγεία, τον Έρωτα, τη Λαογραφία, την Ιστορία, τους Μύθους και τους Θρύλους, ακόμα και τη μουσική του Mozart, αλλά, πάνω απ’ όλα, την καταλυτική ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη που την ακολουθεί σε κάθε της βήμα.

Το θέμα του βιβλίου ίσως μας ακουστεί συνηθισμένο. Η ηρωίδα αναζητά τις ρίζες και το παρελθόν της. Δεν είναι όμως έτσι απλά τα πράγματα, ούτε ακολουθούν την πεπατημένη. Πρόκειται για ένα ανατρεπτικό βιβλίο, που συνδυάζει το «αστυνομικό» μυθιστόρημα, το σασπένς και τις ανατροπές με αναφορές στην ιστορία, την αρχαιολογία, τη μυθολογία, τη φιλοσοφία και τη μελέτη της ψυχής.
Και όλα αυτά κατάφεραν να συνδυαστούν πολύ έξυπνα από την συγγραφέα αποδεικνύοντας ταυτόχρονα τις γνώσεις της, την αγάπη της για το διάβασμα αλλά και τις μεταφυσικές της ανησυχίες. Λαοί και φυλές παρελαύνουν και μας προσπερνούν, όπως οι Αρχαίοι Έλληνες, οι Φοίνικες, οι Θηβαίοι, οι Πέρσες, οι Βεδουίνοι, οι Νούβιοι, οι Σιουανοί, κα.

Η Αλεξάνδρεια με όλη της την μεγαλοπρέπεια, καθρεφτίζεται στο έργο της. Καθρεφτίζεται ζωντανή και περήφανη, ηρωική και αδιάλλακτη. Εκλεκτική στη διατύπωση της ψυχή ασκημένη στην ευαισθησία, ντύνει τας πάντα με λυρισμό, τα φροντίζει πολύ, τα βασανίζει ως την τελευταία τους αιχμή.
Ο λόγος της είναι απλός, δεν προσπαθεί να δημιουργήσει ατμόσφαιρα η καλύτερες προϋποθέσεις «εισαγωγής» του αναγνώστη στην «υπόθεση» που περιγράφει, που αφηγείται κι αυτό γιατί άλλοι προσπαθούν να εντυπωσιάσουν, ξεχνώντας πως η ουσία είναι εκείνη, που κερδίζει περισσότερο από κάθε άλλο, την εμπιστοσύνη του καλλιεργημένου αναγνώστη. Και εδώ η έκφραση της είναι πληθωρική. Αναζητάει την γεμάτη λέξη, το επίθετο, το κοσμητικό και εύηχο.

Όλη της η προσπάθεια είναι πώς να κατακτήσει το λόγο και την έκφραση, πώς να τα καταστήσει υποχείριά της. Βλέπει τα πάντα με λυρικό αισθητήριο, με διάθεση ποιητική. Η αφήγηση της ξεπηδάει, θαρρείς αυθόρμητα, σε παρασύρει, λιτή ακριβολόγα, γεμάτη εύστροφες παρατηρήσεις, σπιρτάδα και προπάντων ανθρώπινη ζεστασιά. Πίσω από αυτόν τον αφηγηματικό λόγο αναγνωρίζουμε τη πλούσια ευαισθησία της συγγραφέως.

Πρόκειται για μια επεξεργασμένη και ώριμη γραφή, ζωντανή, με ωραίο, ξεκούραστο αφηγηματικό λόγο, πολυταξιδεμένη όπως και η ίδια η συγγραφέας, που μας μεταφέρει με έναν γοητευτικό τρόπο στη σχολαστική καταγραφή των περιπάτων, των συναναστροφών της ηρωίδας του βιβλίου στη Αλεξάνδρεια, είναι σα μια νοσταλγική καρτ ποστάλ, χρωματισμένη διακριτικά με το ιδιότυπο ύφος της συγγραφέως. Μιας συγγραφέως που δεν συνηθίζει να γράφει στο μισοσκόταδο των κεριών όπως ο Αλεξανδρινός ποιητής αλλά στο ηλιόλουστο φως της Μεσογείου…

Την  καλοκαιρινή τους πορεία επιχείρησαν λοιπόν τα «Μεθυσμένα Καράβια», Σύρος, Κέρκυρα, Ιθάκη, νησιά που όχι μόνο ταιριάζουν στο ύφος, την αλληγορία και τις μεταφορές του βιβλίου, αλλά αναδεικνύουν το περιβάλλον του και φωτίζουν ακόμα περισσότερο την πλοκή του ταξιδεύοντάς το στο φυσικό του χώρο.

… Είσαι νέα ακόμα και τα καράβια σου καταπλέουν σε άλλου είδους λιμάνια. Σε αυτά που αφορούν την καριέρα, την προσωπική ζωή, τα καθήκοντα και τις μικροχαρές της ζωής. Μεγαλώνοντας, αν ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει τη μηδενικότητα του χρόνου, και τη μηδαμινότητα των καθημερινών γεγονότων, τότε, τότε, ίσως ο νους του «βγει στον πηγαιμό για την Ιθάκη», τη χώρα της νοόσφαιρας.

Προχωρώντας την ανάγνωση του βιβλίου σιγά- σιγά αρχίζεις να  εξοικειώνεται με αυτόν, τον χαρακτήρα της Σεμέλης και παρ όλο
που ο κάθε αναγνώστης μπορεί να μην έχει τις ίδιες αντιδράσεις σε όσα της συνέβησαν, θα υπάρξουν στιγμές που θα ταυτιστεί μαζί της και θα παρασυρθεί σε άλλες εποχές και κόσμους που έχουν χαθεί πια.
Ξέρετε κάτι… «Από την Φαντασίαν έως το χαρτί. Είναι δύσκολον πέρασμα, είναι επικίνδυνος θάλασσα. Η απόστασις φαίνεται μικρά κατά πρώτην όψιν, και εν τοσούτω πόσον μακρόν ταξίδι είναι, και πόσον επιζήμιον ενίοτε δια τα πλοία τα οποία το επιχειρείν».
Είναι Καβάφης θα μπορούσε να φωνάξει η Βικτώρια. Ναι είναι Καβάφης.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τη Βικτωρία Αγγελοπούλου που μου έδωσε την ευκαιρία να γίνω και εγώ επιβάτης στα μεθυσμένα καράβια της και να παρακολουθήσω έστω και αυτό το ταξίδι της Σεμέλης και το δικό της. Νομίζω ότι ήρθε η δικιά σας η σειρά να επιβιβαστείτε στα μεθυσμένα καράβια και σίγουρα πιστέψτε με θα σας αρέσει αυτό το ταξίδι…

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΚΑΡΑΒΙΑΣ

Από τη παρουσίαση του βιβλίου «Μεθυσμένα καράβια» στο Κιόνι της Ιθάκης στις 92.08.2014 και στις 03.08.2014 στο Βαθύ της Ιθάκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου